Welcome to eyploia.aigaio-net.gr!

     On Line Πλοία
Για να δείτε τα πλοία
On line στο Αιγαίο
πατήστε εδώ.

     Ανακοίνωση
 ΥΠΟΓΡΑΨΤΕ
Για να σωθεί η Σαντορίνη
και το Αιγαίο από
την τοξική βόμβα βυθού
Sea Diamond

 SIGN the PETITION
and help protect Santorini
and the Aegean Sea
from toxic dangers
 


     Κατηγορίες
?γρια Ζωή
Αεροδρόμια Λιμάνια
Αιολικά Πάρκα
Αλιεία
Ανανεώσιμες Π. Ε.
Απόβλητα
Απορ/τα-Ανακύκλωση
Απόψεις-Ιδέες
Βιοτοποι/βιοπ/λότητα
?γρια Ανάπτυξη
Βιώσιμη Ανάπτυξη
Δάση
Διάνοιξεις Δρόμων
Διατροφή
Διάφορα
Δίκτυο
Εκδηλώσεις-Ενημέρωση
Ενέργεια
Έρωτας και Αιγαίο
Θάλασσα-Ακτές
Κεραίες
Κλίμα
Κοινωνία Πολιτών
Κτηνοτροφία
Κυνήγι
Μ.Μ.Ε.
Νερό
Οικολογική Γεωργία
Παραδοσιακοί Οικισμοί
Περιβάλλον
Πολιτισμός
Ρύπανση
Συγκοινωνία
Τουρισμός
Φίλοι των ζώων
Φυσικοί Πόροι
Χωροταξία

     Νησιά


     Επιλογές
·Θέματα
·Αρχείο ?ρθρων

·1ο Τεύχος
·2ο Τεύχος
·3ο Τεύχος
·4ο Τεύχος
·5ο Τεύχος
·6ο Τεύχος
·7ο Τεύχος
·8ο Τεύχος
·9ο Τεύχος
·10ο Τεύχος
·11ο Τεύχος
·12ο Τεύχος
·13ο Τεύχος
·14ο Τεύχος
·15ο Τεύχος
·16ο Τεύχος
·17ο Τεύχος
·18ο Τεύχος
·19ο Τεύχος
·20ο Τεύχος
·21ο Τεύχος
·22ο Τεύχος

     Who's Online
Υπάρχουν επί του παρόντος 1 Επισκέπτης(ες) και 0 Μέλος(η) που είναι συνδεδεμένος(οι)

Είσαστε ανώνυμος χρήστης. Μπορείτε να εγγραφείτε πατώντας εδώ

     Search



     Έπαθλο

Το περιοδικό της Πελοποννήσου


 Οικολογική Γεωργία: Νησιά Αιγαίου: Γεωργία και περιβάλλον

Νησιά

του Ν.Σ. Μάργαρη

Χωράφια στις ξερολιθιές



Η γεωργία και η κτηνοτροφία ήταν, στο παρελθόν, βασικές οικονομικές δραστηριότητες στα νησιά του Αιγαίου. Έχοντας, την ίδια στιγμή τα προβλήματα της απομόνωσης και της περιορισμένης παρουσίας φυσικών πόρων (έδαφος, νερό κ.λ.π.) στα νησιά, η οικονομική "επέκταση" των χερσαίων τους ορίων -κυρίως με την αλιεία, το εμπόριο και τη ναυτιλία- προσέφερε ένα πρόσθετο εισόδημα στους νησιωτικούς πληθυσμούς. Όμως, μολονότι, υπάρχουν πολλά παραδείγματα τέτοιων "επεκτάσεων" (η ναυτιλία της Χίου και η σπογγαλιεία της Καλύμνου είναι δύο από αυτά) η γεωργία και η κτηνοτροφία ήταν βασικές δραστηριότητες για την επιβίωση του πληθυσμού.
Έχοντας υπόψη τη δομή του φυσικού περιβάλλοντος των νησιών μας -με την απουσία πεδινών εκτάσεων- οι γεωργικές δραστηριότητες, στην μεγάλη τους πλειοψηφία, ήταν συνυφασμένες με τη δημιουργία και την συνεχή συντήρηση αναβαθμίδων.
Όσοι έπρεπε να επιβιώσουν εκεί ήταν υποχρεωμένοι να αναζητήσουν και την ελάχιστη σπιθαμή γης. Ακόμη και όπου υπήρχε υποψία διαμόρφωσης κάποιας υποτυπώδους επίπεδης επιφάνειας με χώμα, οι κάτοικοι δεν το έβαζαν κάτω. Πάλευαν συνεχώς με το κακοτράχαλο και σκληρό περιβάλλον χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο το μόνο υλικό που υπήρχε σε αφθονία, τις πέτρες!
Τις μάζευαν μία-μία και με αυτές έκαναν αναβαθμίδες, γνωστές σε πολλές περιοχές με το όνομα ξερολιθιές. Έτσι είτε συγκρατούσαν το ελάχιστο έδαφος που υπήρχε είτε μετέφεραν νέο από τα χαμηλά στα ψηλά. Επισκευάζοντάς τες φυσικά κάθε χρόνο. Όμως οι πέτρες ήταν πολλές και "δεν υπάρχει νερό, μονάχα φως". Τις συγκέντρωναν, λοιπόν, μία-μία και εκτός από τη χρησιμοποίησή τους στις αναβαθμίδες, τις "αξιοποιούσαν" φτιάχνοντας μεγάλους και χοντρούς πέτρινους φράχτες που εκτός από τον καθορισμό των ιδιοκτησιών ήταν και ο τόπος τοποθέτησής τους προκειμένου να μείνει λίγο ελεύθερο χώμα για τις καλλιέργειες.

Οι παραδοσιακές γεωργο-κτηνοτροφικές πρακτικές

Δύο ήταν οι βασικές κατηγορίες των καλλιεργούμενων φυτών: τα "ετήσια" και τα "πολυετή". Σε ό,τι αφορά τα πρώτα (αυτά που συμπληρώνουν τον κύκλο: σπορά, ανάπτυξη, θερισμός σε χρόνο μικρότερο του έτους) στις καλλιέργειες κυριαρχούσαν τα σιτηρά (κριθάρι, σιτάρι, καλαμπόκι κ.λ.π.) και τα όσπρια (κουκιά, φάβα, ρεβίθια, φακές, κτηνοτροφικά κ.λ.π.).
Τα όσπρια ή ψυχανθή σήμερα είναι γνωστό ότι έχουν τη δυνατότητα ενσωμάτωσης -διαμέσου συμβιωτικών μικροοργανισμών που έχουν στις ρίζες τους- ατμοσφαιρικού αζώτου με το οποίο εμπλουτίζουν το έδαφος.
Η εναλλαγή σιτηρών -οσπρίων στις καλλιέργειες, γνωστή και ως αμειψισπορά, ήταν κοινή πρακτική και είχε ως αποτέλεσμα πέρα από την παραγωγή τροφών πλούσιων σε άμυλο (σιτηρά) και πρωτεΐνες (όσπρια) και την συνεχή "φυσική" λίπανση των χωραφιών με άζωτο.
Όμως, επειδή, η φύση των "ξηρικών" χωραφιών απαιτεί προσοχή, προκειμένου να μην "εξαντληθούν", υπήρχε και η αγρανάπαυση.
Η κτηνοτροφία ήταν πλήρως ενταγμένη σε αυτό το παραδοσιακό σύστημα διαχείρισης.
Στις αγραναπαύσεις η πρακτική συνιστούσε και βόσκηση. Με την οποία, εκτός από την παραγωγή κτηνοτροφικών προϊόντων, υπήρχε πρόσθετη λίπανση από την κοπριά των ζώων.
Θα πρέπει βεβαίως στα "ετήσια" φυτά που αναφέρθηκαν προηγουμένως, να προστεθούν και ειδικές περιπτώσεις καλλιεργειών όπως το βαμβάκι (Λήμνος), ο καπνός (Σάμος), οι πατάτες (Νάξος), τα οπωροκηπευτικά (Τήνος), τα τοματάκια (Σαντορίνη) τα οποία προσέφεραν σε ορισμένες περιόδους αυξημένο εισόδημα στους κατοίκους.
Σε ό,τι αφορά τα πολυετή φυτά ουσιαστικά αναφερόμαστε στην δενδροκομία, και τα αμπέλια. Στην πλειοψηφία τους ήταν ελιές, αμυγδαλιές, συκιές, χαρουπιές, δαμασκηνιές και παρείχαν προϊόντα "μακράς διάρκειας" στον καταναλωτή. Είτε μετά από την αποξήρανση (σύκα, δαμάσκηνα) είτε μετά από μεταποίηση (λάδι, κρασί).

Από την "τροφική" ενέργεια στο πετρέλαιο

Η εκμηχάνιση της γεωργίας στις πεδινές εκτάσεις της χέρσου δημιούργησε συνθήκες άνισου ανταγωνισμού προς τις καλλιέργειες των σιτηρών και των οσπρίων στις αναβαθμίδες. Στις οποίες καλλιέργειες ήταν στηριγμένες στην ένταση της ανθρώπινης εργασίας με την βοήθεια των ζώων. Όμως η εμφάνιση των μηχανών στις πεδιάδες της χώρας έδρασε καθοριστικά.
Ήταν, προφανώς, αδύνατον ο γεωργός της Ικαρίας που καλλιεργούσε στις αναβαθμίδες κριθάρι με την αξίνα και το αλέτρι, το θέριζε με το δρεπάνι και αλώνιζε με το γαϊδουράκι να ανταγωνιστεί τον Θεσσαλό γεωργό με το τρακτέρ, την σπαρτική και την θεριζοαλωνιστική μηχανή.
Πέρα, όμως, από τον ανθρώπινο μόχθο οι διαφορές στις αποδόσεις είναι χαρακτηριστικές. Στο σιτάρι, για παράδειγμα, οι μέσες αποδόσεις ακόμη και της σημερινής δεκαετίας στη Σάμο και τη Χίο, μόλις που φτάνουν τα 90 κιλά το στρέμμα όταν στη Θεσσαλία ξεπερνούν τα 600 κιλά.

Η καλλιέργεια των καρπών "μακράς διάρκειας"

Μετά την ελιά η καλλιέργεια της συκιάς και της αμυγδαλιάς ήταν από τις σημαντικότερες. Μαζί με τα εσπεριδοειδή (Χίος, Νάξος, Κάλυμνος), τα αμπέλια (Σάμος, Σαντορίνη, Λήμνος, Ρόδος), τα χαρούπια (Κάρπαθος, Ρόδος, Μήλος) και άλλα μικρότερης σημασίας για το σύνολο, αλλά σπουδαία για κάποια νησιά. Όπως τα δαμάσκηνα της Σκοπέλου, τα φιστίκια της Αίγινας, τα μανταρίνια της Χίου κ.λ.π.
Τον εξηλεκτρισμό της Ελλάδας, στην δεκαετία του 1950, ακολούθησε η είσοδος νέων τεχνολογιών συντήρησης και διατήρησης φρούτων όπως τα μήλα και τα αχλάδια. Σήμερα ο καταναλωτής έχει τη δυνατότητα αγοράς μήλων τον Απρίλιο τα οποία έχουν συλλεγεί τον Οκτώβριο και διατηρήθηκαν στα ψυγεία.
Κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο στο παρελθόν, επειδή τα φρέσκα φρούτα έπρεπε να καταναλωθούν γρήγορα πριν αλλοιωθούν. Ιδιαίτερα στα νησιά τα παραγόμενα αγροτικά προϊόντα από την καλλιέργεια των πολυετών φυτών έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα αποξήρανσης μια και η αφυδάτωση επιτρέπει τη διατήρησή τους για την εποχή της έλλειψης, το χειμώνα. Κάτι τέτοιο προσέφεραν τα σύκα, τα αμύγδαλα, τα δαμάσκηνα.
Σήμερα η κατανάλωση "ξηρών καρπών" το χειμώνα έχει μειωθεί. Τόσο επειδή υπάρχουν μονίμως στην αγορά διαθέσιμα "φρέσκα" φρούτα (τόσο ελληνικά όσο και εισαγωγής όπως οι μπανάνες) όσο και γιατί οι μικρές ηλικίες δεν καταναλώνουν πλέον ξηρούς καρπούς. Τα στραγάλια με τις σταφίδες με τα οποία μεγαλώσαμε οι μεγαλύτεροι έγιναν "γαριδάκια". Δηλαδή τα παιδιά έχουν στραφεί σε προϊόντα των οποίων η πρώτη ύλη προέρχεται από ετήσια φυτά εντατικών καλλιεργειών. Όπως το καλαμποκάλευρο το οποίο κυριαρχεί στα γαριδάκια.
Αλλά και στα "καλοκαιρινά" φρούτα από την στιγμή που η "επεκτατική" καλλιέργεια της συκιάς με τα πολλά ημερομίσθια συλλογής και τον ευαίσθητο καρπό έχει να ανταγωνιστεί την εντατική και εκμηχανισμένη καλλιέργεια των καρπουζιών (που είναι φθηνά, καταναλώνονται και διατηρούνται εύκολα για μακρά χρονικά διαστήματα) ήταν λογική η εγκατάλειψη της καλλιέργειας των σύκων. Οι παλαιότεροι, ίσως θυμούνται με νοσταλγία τον περιπλανώμενο μανάβη που διαλαλούσε "κρύα σύκα". Όμως οι ίδιοι περνούν το καλοκαίρι μπροστά από τις εγκαταλελειμμένες συκιές χωρίς ούτε μία στάση για δωρεάν συλλογή σύκων.
Στη Λέσβο, για παράδειγμα, από 2.300 στρέμματα για παραγωγή ξηρών σύκων το 1961, σήμερα υπάρχουν δεν υπάρχουν 400 στρέμματα. Στη Χίο, η παραγωγή δείχνει κάτι αντίστοιχο και από 630 τόννους, μετά βίας, παράγονται 120 τόννοι.

Υπερβόσκηση και κτηνοτροφικά προϊόντα

Θα ανάμενε κάποιος ότι εφόσον υπήρξε εγκατάλειψη της γεωργικής γης, η οποία αποδόθηκε στην κτηνοτροφία θα υπήρχε, τουλάχιστον, αύξηση των κτηνοτροφικών προϊόντων και αποδόσεων. Όμως, προκύπτει ακριβώς το αντίθετο.
Στη Λέσβο η υπερβόσκηση οδηγεί σε ερημοποίηση η οποία προχωρεί με ταχύτατους ρυθμούς και το ίδιο συμβαίνει στη Χίο, τη Λήμνο, την Ικαρία και σε όλα σχεδόν τα νησιά. Περιοχές όπως οι Ράχες της Ικαρίας στις οποίες πριν μερικά χρόνια υπήρχαν ωραιότατα πευκοδάση, σήμερα θυμίζουν "κρανίου τόπο". Στην περιοχή "Ρετσινάδες" της Χίου που το όνομά της, προφανώς, προέρχεται από τη συλλογή της ρητίνης των πεύκων σήμερα υπάρχει έρημος. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι η σημερινή επιβίωση των γιδοπροβάτων των νησιών του Αιγαίου στηρίζεται στις εισαγωγές κτηνοτροφών που φτάνουν το 60% τουλάχιστον των διατροφικών αναγκών. Ήταν αδιανόητο, φυσικά, στο παρελθόν να περιμένεις στη Χίο να έρθει καλαμπόκι ή βαμβακόπιτα από τη Θεσσαλία για να ταΐσεις τα γιδοπρόβατά σου.

Η "εξειδίκευση" των νησιών και ο πληθυσμός τους

Αν μελετήσει κάποιος την ιστορία των μεταπτώσεων του πληθυσμού των νησιών μας, διαπιστώνει ότι η αύξηση του αριθμού των κατοίκων στα περισσότερα από αυτά -και ιδιαίτερα σε όσα υπήρξε ακμή- συνδέεται σχεδόν πάντοτε με την "εξειδίκευση" στην εκμετάλλευση ενός φυσικού πόρου ή μιας άλλης πηγής.
Στη Χίο, για παράδειγμα, η εξειδίκευση την οποία προσέφερε η καλλιέργεια ενός μοναδικού προϊόντος, της μαστίχας, δημιούργησε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την αύξηση του πληθυσμού στα Μαστιχοχώρια. Δηλαδή σε όλη τη Νότια Χίο. Όμως η πληθυσμιακή αύξηση στα νησιά, όταν συνδέεται με την εξειδίκευση, κινδυνεύει άμεσα από την εμφάνιση ενός "υποκατάστατου". Όταν εμφανίστηκε στην αγορά η τσίχλα, το υποκατάστατο της μαστίχας, η καλλιέργεια του μαστιχόδενδρου στη Χίο υποχώρησε σημαντικά, οπότε μειώθηκε σοβαρότατα και ο πληθυσμός στα Μαστιχοχώρια. Τα διαθέσιμα δημογραφικά στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα την ομαδική δημογραφική "έξοδο" που υπήρξε.
Κάτι αντίστοιχο έχει συμβεί και στη Σύμη και τη Χάλκη, -νησιά στα Δωδεκάνησα- όπου η πληθυσμιακή τους ακμή είχε στηριχθεί στην εξειδίκευση της σπογγαλιείας. Η εμφάνιση των πλαστικών σφουγγαριών -υποκατάστατο των φυσικών- δημιούργησε άνισο ανταγωνισμό. Και εκεί η πληθυσμιακή μείωση ήταν δραματική. Όσοι θεωρούν ότι ξεχάσαμε την Κάλυμνο δεν έχουν δίκιο. Σε αυτήν ισχύει και κάτι άλλο που θα αναλυθεί παρακάτω.
Στη Λέσβο η δημογραφική ακμή που υπήρξε με την εξειδίκευση στην ελαιοκαλλιέργεια, την παραγωγή λαδιού και σαπουνιού επίσης κατέρρευσε. Και εδώ με την εισαγωγή των "υποκατάστατων". Πρώτα με την ανακάλυψη των απορρυπαντικών και στη συνέχεια με τη δυναμική είσοδο στην αγορά των σπορέλαιων.

Ακτές: η νέα εξειδίκευση

Έστω ότι έχουμε στη χέρσο μία περιοχή έκτασης 30 τετραγωνικών χιλιομέτρων, μήκους 7,5 και πλάτους 4 χιλιομέτρων. Αν τα 7,5 χιλιόμετρα "βλέπουν" στη θάλασσα και ζουν -στα 30 τετραγωνικά χιλιόμετρα- 500 κάτοικοι, τότε στον κάθε κάτοικο αντιστοιχούν 15 μέτρα ακτής. Αν η περιοχή των 30 τετραγωνικών χιλιομέτρων είναι νησί, με σχήμα κύκλου, τότε οι ακτές του θα είναι περίπου 20 χιλιόμετρα. Αν στο νησί αυτό ζουν ξανά 500 κάτοικοι, τότε αναλογούν στον καθένα από αυτούς 40 μέτρα ακτής. Το νησί έχει επομένως περισσότερες για το ίδιο μέγεθος "κατά κεφαλή" ακτές. Αυτή είναι η νέα "εξειδίκευσή" του! Μια και ο τουρισμός στο μεγαλύτερό του ποσοστό, εντοπίζεται στην στενή λωρίδα που ενώνει τη στεριά με τη θάλασσα, είναι λογικό να προσφέρουν τα νησιά περισσότερες ακτές. Αυτό που ο τουρισμός χρειάζεται. Βεβαίως αυτή η "εξειδίκευση" είναι εποχιακή. Για αυτό και η πληθυσμιακή αύξηση των νησιών συμβαίνει μόνο το καλοκαίρι.
Τούτο σημαίνει ότι οι ακτές θα ήταν δυνατόν να χαρακτηριστούν ως ο νέος πλουτοπαραγωγικός πόρος των νησιών. Πέρα από την όποια, απαραίτητη προστασία του περιβάλλοντος σε αυτά.

Αρχιτεκτονική των νησιών και ζωτικός χώρος

Ο επισκέπτης της Σύρου εντυπωσιάζεται από τη νεοκλασική μορφή του οικισμού. Το ίδιο κι όποιος βρεθεί στη Σύμη. Σίγουρα υπάρχει μεγάλη διαφορά από την τυπική αιγαιοπελαγίτικη αρχιτεκτονική που βλέπουμε στη Μύκονο, την Κύθνο, την Κέα, τη Σαντορίνη.
Αναγνωρίζω ότι οι γνώσεις μου για ρυθμούς και αρχιτεκτονικές δομές είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Ας μου επιτραπεί, όμως, να επιχειρήσω μια πρώτη ερμηνεία των παραπάνω διαφορών διαμέσου μιας άλλης προοπτικής.
Παλαιότερα οι κάτοικοι των νησιών ζούσαν με ότι μπορούσε να τους προσφέρει το άμεσο περιβάλλον τους. Κύρια απασχόλησή τους, η γεωργία και η κτηνοτροφία και σε μικρότερο βαθμό η αλιεία. Ας θεωρήσουμε το χώρο που εκμεταλλεύονταν, σαν το "ζωτικό τους χώρο". Ζούσαν σε αρμονία με αυτόν και η αρχιτεκτονική των κατοικιών τους ήταν ενταγμένη τόσο σε ότι ο χώρος τους πρόσφερε όσο και στις κλιματικές συνθήκες που επικρατούσαν. Η αρχιτεκτονική του Αιγαίου, με τα άσπρα χαμηλά σπίτια και τα μικρά παράθυρα είναι τυπικό παράδειγμα.
Κάθε κοινωνική ομάδα όταν ο πληθυσμός της αυξηθεί έχει δύο δυνατότητες. Η θα αυξήσει το ζωτικό της χώρο, αναζητώντας έσοδα και έξω από τα στενά γεωγραφικά της όρια ή το περίσσευμα του πληθυσμού θα ακολουθήσει, αναγκαστικά, το δρόμο της μετανάστευσης.
Στην Ύδρα, οι κάτοικοι διεύρυναν το ζωτικό τους χώρο με τη ναυτιλία. Ήταν ξακουστοί οι καπεταναίοι των ιστιοφόρων της. Όμως με τη δραστηριότητα αυτή μεγάλωναν μόνο τα έσοδα της κοινωνικής ομάδας, σε τρόπο που η αύξηση του πληθυσμού να μπορεί να διατηρηθεί. Συγχρόνως υπήρξε και είσοδος πληροφόρησης και γνώσης που ενσωματώθηκε στην ομάδα, κάτι που φαίνεται καθαρά και στην αρχιτεκτονική του οικισμού. Παρόλο που η συζήτηση αφορά το Αιγαίο, ας χρησιμοποιήσουμε αντίστοιχο παράδειγμα από το Γαλαξείδι. Κι εκεί η αρχιτεκτονική του οικισμού διαφέρει σημαντικότατα από τους διπλανούς. Οι καπεταναίοι των ιστιοφόρων του Γαλαξειδίου, σε συνδυασμό με την αύξηση των εσόδων και την "κατάληψη" νέου ζωτικού χώρου, έφεραν και ανάλογη πληροφόρηση που άλλαξε τη μορφή της πόλης.
Συχνά, η μοίρα των κοινωνικών ομάδων περνά από την ακμή στην παρακμή, όταν συμβούν αλλαγές που είναι δυνατόν να ελαττώσουν το ζωτικό χώρο τον οποίο εκμεταλλεύονται. Οι πλοιοκτήτες του Γαλαξειδίου, όταν ανακαλύφθηκε ο ατμός δεν κατάφεραν να ενσωματώσουν τη νέα ανακάλυψη στην κοινωνία τους. 'Έτσι, παρέμειναν με τα ιστιοφόρα την εποχή που άρχισαν να χρησιμοποιούνται τα ατμόπλοια. Σε αυτό το σημείο ο ζωτικός τους χώρος περιορίζεται και η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει. Αντίθετα η Σύρος, για διάφορους λόγους, βρέθηκε στο επίκεντρο της μεταβολής κι έγινε πέρασμα και σταθμός ανεφοδιασμού κάρβουνου στα ατμόπλοια. Ο ζωτικός της χώρος αυξήθηκε σημαντικά -κύρια με το εμπόριο- και η είσοδος πληροφόρησης και γνώσης γίνεται γεγονός για την κοινωνική ομάδα που υπήρχε εκεί. Φυσικό ήταν να αλλάξει και η πόλη με τα υπέροχα νεοκλασικά κτίρια που σήμερα προβληματίζουν τον επισκέπτη.
Ο ζωτικός χώρος της Σύμης, που βρίσκεται απέναντι από τη Ρόδο, μεγάλωσε σημαντικά με την εκμετάλλευση των σφουγγαριών στην άλλη άκρη της Μεσογείου. Ένα δημοτικό τραγούδι της Σύμης αναφέρει:
"Στην Μπαρμπαριά, στο Τούνεζι, Καταμανιάν κι Αλγέρι, εκεί βρίσκεται ο κρίνος μου τώρα το καλοκαίρι".
Ο πληθυσμός αυξήθηκε κατακόρυφα και ο οικισμός άλλαξε μορφή. Σήμερα πολλά από τα νεοκλασικά σπίτια είναι χαλάσματα να θυμίζουν τις παλιές δόξες. Κι εδώ την ακμή ακολούθησε η παρακμή.
Δεν υπήρξε διεύρυνση του ζωτικού χώρου έξω από τα στενά γεωγραφικά τους όρια στη Μύκονο, τη Σαντορίνη, την Κέα, την Ίο, την Κύθνο. Εκεί η αρχιτεκτονική των οικισμών είναι πέρα ως πέρα, ενταγμένη σε ότι διαθέτει ο ίδιος ο τόπος. Είναι τυπική αιγαιοπελαγίτικη.
Ας συγκρίνουμε και δύο μη νησιώτικες περιοχές όπως είναι η Αρκαδία και το Πήλιο. Χωρίς αμφιβολία η ιδιόμορφη αρχιτεκτονική του Πηλίου, είναι περισσότερο προχωρημένη. Η μεγάλη παραγωγικότητα της γεωργικής γης, με τα άφθονα νερά, είναι πολλαπλάσια εκείνης της Αρκαδίας. Παράλληλα, όμως, με την αυξημένη γεωργική παραγωγή, ο ζωτικός χώρος των κατοίκων του Πηλίου μεγάλωσε και με εμπόριο προς Αυστρία, Ρουμανία, Ρωσία. Δηλαδή, κάθε αύξηση του πληθυσμού συνόδευε διεύρυνση του ζωτικού χώρου κάτι που δεν ίσχυσε στην Αρκαδία. Εκεί, το "περίσσευμα" του ανθρώπινου δυναμικού ήταν αναγκασμένο να ακολουθήσει το δρόμο της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης. Υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδων μετανάστες από Αρκαδία στην Αμερική και τη Νότιο Αφρική. Στο Σικάγο βρίσκουμε ολόκληρες συνοικίες μεταναστών από την περιοχή της Τρίπολης. Ήταν, επίσης, λογικό όσοι πήγαιναν στην Αθήνα να προσπαθούν να ενταχθούν στις υπηρεσίες. Αν συγκρίνουμε τον αριθμό των δημόσιων υπαλλήλων που προέρχονται από Αρκαδία με εκείνον του Πηλίου το βλέπουμε ξεκάθαρα μια και οι δημόσιες υπηρεσίες είναι γεμάτες από άτομα που κατάγονται από την Αρκαδία.
Ίσως οι παραπάνω ερμηνείες να φαίνονται -και πιθανότατα να είναι- απλοϊκές. Όμως ένα ξημέρωμα φεύγοντας από τη Σύμη και βλέποντας από το κατάστρωμα του πλοίου αυτόν τον πανέμορφο οικισμό, που ακόμη και σήμερα δείχνει την ακμή του παρελθόντος, σκέφτηκα ότι κάποτε πρέπει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε πραγματικά ότι έχει συμβεί στον τόπο μας.

Το λάθος της επιδότησης των μεταφορών στα νησιά

Σε όλα τα αναπτυξιακά νομαρχιακά συνέδρια των νησιών του Αιγαίου ένα από τα κύρια αιτήματα είναι η επιδότηση των μεταφορών. Είναι, χωρίς αμφιβολία, λογικό να διαμαρτύρεται ο κάτοικος ενός νησιού που αγοράζει τα προϊόντα που φθάνουν εκεί ακριβότερα από ότι στην Αθήνα αφού επιβαρύνονται με το κόστος μεταφοράς.
Όμως μια τέτοια γενική επιδότηση που θα αφορούσε τις μεταφορές όλων των προϊόντων θα ήταν δυνατόν να προκαλέσει σοβαρότατους κραδασμούς στις παραγωγικές διαδικασίες του νησιού και να οδηγήσει σε νέου τύπου προβλήματα.
Σήμερα στο Νομό Λέσβου (που περιλαμβάνει τη Λέσβο, τη Λήμνο και τον Αγιο Ευστράτιο) καλλιεργούνται περίπου 3.000 στρέμματα με καρπούζια. Η απόδοση αυτής της καλλιέργειας φθάνει τα 1.600 κιλά το στρέμμα. Αυξήθηκε, σαφέστατα, τα τελευταία 25 χρόνια μια και στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μόλις έφθανε τα 600 κιλά το στρέμμα.
Όμως, στις περιοχές της χώρας όπου υπάρχουν οι "εντατικές" καλλιέργειες καρπουζιών -με μηχανές, λιπάσματα, φυτοφάρμακα, άρδευση, υβρίδια και όλα τα σχετικά- η απόδοση σήμερα είναι περίπου τριπλάσια από ότι στη Λέσβο.
Αν επομένως, υπήρχε επιδότηση της μεταφοράς καρπουζιών στη Λέσβο το αποτέλεσμα θα ήταν η εγκατάλειψη της καρπουζοκαλλιέργειας στο νησί γιατί τα "εισαγόμενα" καρπούζια θα έφθαναν στο νησί πολύ φθηνότερα από ότι τα παραγόμενα επί τόπου. Αυτό σημαίνει ότι οι γεωργοί που σήμερα καλλιεργούν καρπούζια στο νησί -αφού δεν θα μπορούσαν να κλείσουν κάποιο γεφύρι της εθνικής οδού- θα έπρεπε να αλλάξουν επάγγελμα.
Αν ληφθεί υπόψη ότι η μέση απόδοση της χώρας στα καρπούζια είναι περίπου 4.000 κιλά το στρέμμα τότε οι αριθμοί που προκύπτουν και για τα άλλα νησιά δείχνουν σαφέστατα το πρόβλημα.
Στις Κυκλάδες η μέση απόδοση είναι μόλις το 23% της Ελλάδας, στη Χίο 36%, στα Δωδεκάνησα 60% και στη Σάμο 70%. Αν αθροίσουμε τις καλλιεργούμενες με καρπούζια εκτάσεις στα νησιά του Αιγαίου σήμερα, βλέπουμε ότι φθάνουν τα 15.000 στρέμματα.
Ας μου επιτραπεί, στο σημείο αυτό, να τονίσω ότι η επιλογή των καρπουζιών ως παράδειγμα δεν έγινε στην τύχη. Πρόκειται για ένα καλοκαιρινό προϊόν του οποίου η κατανάλωση συμπίπτει με την τουριστική περίοδο. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος του κόστους παραγωγής παραμένει στο νησί και πηγαίνει προς τους ξένους και έλληνες τουρίστες. Εκτός από το γεωργό πηγαίνει και στο μηχανικό που του συντηρεί το τρακτέρ.
Έτσι η απλή επιδότηση των μεταφορών από τη μία θα επιβάρυνε μόνο τον φορολογούμενο πολίτη και από την άλλη θα δρούσε αρνητικά στις παραγωγικές διαδικασίες των νησιών μας που εξακολουθούν να πραγματοποιούνται και στόχος μας είναι η ενίσχυσή τους.
Αντίστοιχα παραδείγματα ισχύουν και για τις ντομάτες και τα άλλα οπωροκηπευτικά που κατά πλειοψηφία παράγονται το καλοκαίρι.
Αν θεωρήσουμε άλλα, μη καλοκαιρινά, προϊόντα επίσης διαπιστώνουμε ότι η γενική επιδότηση χωρίς προηγούμενη ανάλυση των επιπτώσεών της θα δρούσε σαν δίκοπο μαχαίρι εκτοπίζοντας από τις αγορές των νησιών τα τοπικά προϊόντα.
Είτε μιλάμε για λάδι και ελιές, είτε για σιτάρι και ψωμί, είτε για μέλι, είτε για μαρούλια και λάχανα, είτε για πορτοκάλια, ο κίνδυνος είναι μεγάλος.
Πώς θα ανταγωνιστεί ο φούρναρης της Σύμης το ψωμί που θα έρχεται από τη Ρόδο; Αυτός που εμφιαλώνει πορτοκαλάδες στη Χίο και γκαζόζες στους Φούρνους, τα αναψυκτικά από την Αθήνα; Ο τυροκόμος της Νάξου τη γραβιέρα εισαγωγής;
Μήπως θα ήταν προτιμότερο ένα αίτημα για την επιδότηση της μεταφοράς μόνο των τοπικών προϊόντων που εξάγονται; Ή και των "πρώτων υλών" για προϊόντα που αφορούν τοπικές παραγωγικές δραστηριότητες;
Τα παραπάνω, ίσως, στους αναγνώστες να φαίνονται λογικά. Όμως, υπάρχουν πληροφορίες για εξαγγελίες που αφορούν όλες τις μεταφορές οι οποίες επειδή συνιστούν βασικό αίτημα των νησιωτικών πληθυσμών συζητούνται σοβαρά.
Ίσως, βραχυπρόθεσμα, να ικανοποιηθεί ο ψηφοφόρος με την πιθανή μείωση της τιμής αυτών που αγοράζει. Όμως, ο κίνδυνος, μεσοπρόθεσμα, που θα αντιμετωπίσουν μεγάλες παραγωγικές ομάδες γιατί δεν λαμβάνεται, επίσης υπόψη;

Χωρίς μιζέριες...

Το καλοκαίρι στα νησιά η ερώτηση προς τον εστιάτορα:
- Τι έχει για φρούτο;
Έχει, συνήθως, μόνο μια απάντηση:
- Καρπούζι!
Όλοι οι οπαδοί της λεγόμενης αυτόνομης ανάπτυξης και των τοπικών προϊόντων αρχίζουν:
- Θυμάσαι τα ωραία σύκα που είχε εδώ; (Στη Σύμη).
- Θυμάσαι τα ζαχαρωμένα μικρά καρπούζια; (Στη Μήλο).
- Θυμάσαι τα δαμάσκηνα; (Στη Σκόπελο).
Η δεύτερη παρατήρηση πηγαίνει προς τον καταστηματάρχη;
- Τι έγιναν τα σύκα (τα δαμάσκηνα, τα βερίκοκα) του νησιού;
- Ποιος θα τα μαζέψει;
Αυτό ήταν! Αρχίζει αμέσως, η συζήτηση για τις δυνατότητες που προσφέρουν τα τοπικά προϊόντα. Ο καταστηματάρχης τους ακούει. Σκέπτεται το πόσο εύκολα έρχονται τα καρπούζια, πόσο φθηνά είναι, πόσες μέρες διατηρούνται χωρίς να χαλάσουν με την καλοκαιρινή ζέστη. Πόσο νόστιμα και δροσερά σερβίρονται το καλοκαίρι από το ψυγείο.
Όταν τελειώσουν με το κρύο καρπούζι μερικοί σκέπτονται και το γλυκό. Στο ζαχαροπλαστείο με το τυπικό καλοκαιρινό γλυκό, το παγωτό, οι εραστές της παράδοσης συνεχίζουν την αναφορά.
- Στα λουκούμια (της Σύρου)
- Στα αμυγδαλωτά (της Σκιάθου)
- Στα γλυκά κουταλιού (της Χίου).
Γίνονται και οι σχετικές αναφορές -στις βραδινές "πολιτιστικές" εκδηλώσεις- για τα ωραία, όλο άρωμα, ροδάκινα του παρελθόντος και για το ότι στα σημερινά λαχανικά και φρούτα ότι κερδίζουμε σε μέγεθος και εμφάνιση το χάνουμε στην ποιότητα. Ξεχνάμε, βέβαια, ότι πριν από τριάντα χρόνια το ένα στα τέσσερα καρπούζια ήταν άνοστο και στα αγγούρια πικρό. Όλα στο παρελθόν ήταν ωραία ενώ το παρόν είναι απαράδεκτο. Κανένας δεν τολμά να ρωτήσει:
- Γιατί, εφόσον οι παρούσες συνθήκες είναι χειρότερες, ζούμε περισσότερα χρόνια;
Τα λουκούμια, τα αμυγδαλωτά και το γλυκό του κουταλιού ήταν αναγκαιότητα σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ψυγεία. Αφού νοσταλγούμε τα λουκούμια και τη βανίλια-υποβρύχιο, γιατί δεν τα ζητούμε και προτιμούμε παγωτό;

Του γλυκού νερού

Στη Λέσβο (μην μπερδεύετε, παρακαλώ, την πρωτεύουσα του νησιού Μυτιλήνη με το νησί) υπάρχει μια περιοχή κοντά στο χωριό Αγιάσσος στο δρόμο για Πολυχνίτο που λέγεται Μεγάλη Λίμνη. Πράγμα που σημαίνει ότι εκεί κοντά είναι και η Μικρή Λίμνη.
H Μεγάλη Λίμνη, όπως λέει και το όνομα, ήταν λίμνη μέχρι και πριν από επτά δεκαετίες μέχρις ότου αποξηράνθηκε για να "απελευθερωθούν" γεωργικές εκτάσεις. Από τότε μέχρι σήμερα, όμως, έχουν αλλάξει τα πράγματα και το πρόβλημα της διαθεσιμότητας του νερού στα νησιά μας έγινε κρισιμότατο. Κάτι τέτοιο, εδώ που τα λέμε, ήταν αναμενόμενο. Καταρχήν, με τις νέες συνθήκες υγιεινής (προς το καλύτερο, φυσικά, γκρινιάρηδες!) από 30 λίτρα νερό την ημέρα που καταναλώναμε "κατά κεφαλήν" στη δεκαετία του 1950 ξεπεράσαμε -ζωή να έχουμε- τα 150 λίτρα. H αύξηση αυτή είναι βέβαιο ότι θα συνεχισθεί και όχι μόνον επειδή στο μέλλον όλο και περισσότερα άτομα θα πλένονται περισσότερες φορές. Ακόμη θα πρέπει να υπολογίσουμε και το γεγονός ότι το καλοκαίρι στα νησιά προστίθενται και οι τουρίστες. Πόσα ντους κάνουμε το καλοκαίρι (τουρίστες είμαστε κι εμείς, έτσι;) και πόσα το χειμώνα; Να προσθέσουμε τώρα και τον αριθμό των πλυντηρίων πιάτων και ρούχων και τα καζανάκια; Οι ανάγκες μας σε νερό το καλοκαίρι στα νησιά είναι, το αναφέραμε αυτό, αυξημένη. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, για την αποφυγή "κορακιάσματος" (μια λέξη που την έλεγαν οι παλιοί, το πώς συνδέουν το κοράκι -που είναι πουλί- με τη δίψα είναι άλλη ιστορία) είτε μεταφέρουν σε αυτά νερά με υδροφόρα πλοία, όπως στην Ύδρα ή τη Σύμη, είτε έχουν στήσει αφαλατώσεις, όπως στην Ιθάκη και τη Σύρα είτε εξακολουθούν -όπως στη Γαύδο- να μαζεύουν το νερό της βροχής τον χειμώνα στις παραδοσιακές στέρνες.
Μια από τις τεχνικές αντιμετώπισης της λειψυδρίας είναι και η κατασκευή φραγμάτων όπως αυτό της Απολακιάς στη Ρόδο ή του Κοντιά στη Λήμνο. Το Υπουργείο Γεωργίας σε συνδυασμό και με άλλες υπηρεσίες προχώρησε και προχωρεί στη δημιουργία σειράς λιμνοδεξαμενών σε πολλά νησιά του Αιγαίου. Ήδη στη Μύκονο η λιμνοδεξαμενή της Μαραθιάς, όχι μόνο γέμισε γρήγορα αλλά ξεχείλισε κι από πάνω. Η περιοχή της Μεγάλης Λίμνης στη Λέσβο σχεδόν κάθε χειμώνα πλημμυρίζει και τα χωράφια ξαναγίνονται πυθμένας με αποτέλεσμα ο ωφέλιμος χρόνος για την καλλιέργειά τους να μην ξεπερνά τους 3-4 μήνες. Πράγμα που με κάνει να απορώ και να ρωτάω δεξιά και αριστερά γιατί δεν ξανακλείνουμε την τρύπα που ανοίξαμε να φεύγουν τα νερά της και να -υποτίθεται- αποξηρανθεί. Να ξαναγίνει μία ωραιότατη λίμνη ανέξοδα κι ωραία με την οποία θα αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της λειψυδρίας η οποία τυραννάει, σχεδόν κάθε καλοκαίρι, το νησί.
Να ήταν όμως μόνο η Μεγάλη Λίμνη που άλλαξε όνομα και έγινε Μεγάλη Απορία θα ήταν καλά. Όμως ο παραλογισμός στη χώρα μας ξεπερνά ακόμη και τις καλύτερες ελληνικές κωμωδίες. Θα το πιστέψετε αν σας πω ότι από τη μια μεριά η Μεγάλη Λίμνη διατηρείται αποξηραμένη με χίλια ζόρια την ίδια στιγμή κατασκευάζεται -από πάνω της- μια πανάκριβη λιμνοδεξαμενή; H οποία θα έχει χωρητικότητα πεντακοσίων χιλιάδων κυβικών μέτρων νερού; Το σκεπτικό της κατασκευής της οποίας είναι η άρδευση των χωραφιών της Μεγάλης Λίμνης που δεν καλλιεργούνται; Στη μελέτη κατασκευής ο χώρος της Μεγάλης Λίμνης αναφέρεται ως κάμπος. Όπως και να έχει το πράγμα ο παραλογισμός προχωρεί ακάθεκτος και όσοι πηγαίνετε με το αεροπλάνο στη Λέσβο παρατηρήστε από το παράθυρο τις λίμνες που έγιναν από μόνες τους από τις οποίες μας βγαίνει η πίστη για να αφαιρέσουμε το νερό για να φτιάξουμε από πάνω μια άλλη η οποία θα κρατάει το νερό. Ας ελπίσουμε, πάντως, ότι από τη μια μεριά θα γεμίσει η λιμνοδεξαμενή στις Πέντε Βρύσες της Αγιάσσου και από την άλλη θα συμβεί το ίδιο και στις προϋπάρχουσες φυσικές λίμνες.
Ας παραμείνουμε στα νησιά του Αιγαίου στα οποία, όπως είναι γνωστό, το πρόβλημα της έλλειψης του νερού κάθε καλοκαίρι συνιστά πραγματικό βραχνά. Γιατί άραγε στη Σύμη, τη Χάλκη, τα Ψαρά όπου οι κάτοικοι ακόμη και σήμερα μαζεύουν το βρόχινο νερό για να το χρησιμοποιήσουν το καλοκαίρι, να κάνουμε στα σπίτια υδραυλικές εγκαταστάσεις παρόμοιες με εκείνες που γίνονται στην Αθήνα, όπου δεν υπάρχει έλλειψη νερού;
Γιατί άραγε στις βρύσες που βάζουμε στις κουζίνες και τις τουαλέτες των νησιών του Αιγαίου έχουμε κάνουλες που τις ανοίγουμε και το νερό τρέχει συνεχώς, ακόμη κι όταν ψάχνουμε για το σαπούνι; Γιατί δεν βάζουμε στο πάτωμα ένα διακόπτη που να ανοίγει και να κλείνει με το πόδι και έτσι το νερό να τρέχει μόνο όταν είναι απαραίτητο; Σκέφτηκε κανένας τι οικονομία θα έχουμε στο νερό;
Γιατί άραγε τα καζανάκια που χρησιμοποιούμε στις τουαλέτες των νησιών έχουν την ίδια χωρητικότητα νερού με αυτά που χρησιμοποιούμε στην Αθήνα; Γιατί άραγε δεν αναπτύχθηκε σε κάποιο μηχανολογικό εργαστήριο ενός πολυτεχνείου μας ένα καζανάκι μικρότερης χωρητικότητας σε νερό που να μπαίνει ψηλότερα κι έτσι το νερό να κατεβαίνει με μεγαλύτερη πίεση και να καθαρίζει με μικρότερη ποσότητα νερού;
Γιατί άραγε δε σκεφτήκαμε τουλάχιστον σε όσα σπίτια, ξενώνες και ξενοδοχεία βρίσκονται κοντά στη θάλασσα, να χρησιμοποιούμε για τις τουαλέτες θαλασσινό νερό που μπορούμε άνετα και πάμφθηνα να το αντλούμε από τη θάλασσα;

Οι καμινάδες κάπνιζαν

Αν μου ζητούσαν να χαρακτηρίσω τη Λέσβο με πέντε λέξεις χωρίς τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι αναφέρομαι σε άλλο νησί και με αποκλεισμό στη χρήση του όρου ελιά θα έλεγα "το νησί με τις καμινάδες".
Παράδεισος, χωρίς αμφιβολία, η Λέσβος με τα αναρίθμητα ελαιοτριβεία και σαπωνοποιεία για τους αρχιτέκτονες, τους φίλους των παραδοσιακών κτιρίων και κάθε απλό ενδιαφερόμενο για τη μελέτη και διατήρηση αυτών των πανέμορφων, στα αλήθεια, κτιρίων.
Όμως, όταν παρατηρούσα από ψηλά την καμινάδα του ελαιοτριβείου που υπάρχει στο Μοναστήρι του Λειμώνα είχα μια απορία. Αν, την εποχή που τη χτίζανε, μαζί με το ελαιοτριβείο της Μονής, ζούσαν οι σημερινοί εραστές της παράδοσης (που σήμερα εκστασιάζονται στη θέα της...) τι θα έλεγαν άραγε;
Θα κατήγγειλαν, χωρίς αμφιβολία, τον ηγούμενο και τις αρχές της Μονής για βεβήλωση του ιερού χώρου. Πώς θα ήταν δυνατόν να ανεχθούν το "έκτρωμα" που χτίστηκε κάποιες εκατονταετίες αργότερα από το "κύριο σώμα" της Μονής;
Οι σημερινοί περιβαλλοντολόγοι θα έκαναν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και θα ανέφεραν τις βλάβες που προκαλεί ο καπνός και τα απόβλητα του ελαιοτριβείου στην υγεία των κατοίκων της περιοχής και στο περιβάλλον.
Από την άλλη -πώς να το κάνουμε;- οι καμινάδες εξυπηρετούσαν στην εποχή τους ένα συγκεκριμένο σκοπό. Τι ρόλο παίζει, λοιπόν, σήμερα μια καμινάδα που δεν καπνίζει;
Δεν διεκδικώ τίτλους ειδικού στον τομέα της βιομηχανικής αρχαιολογίας και, για το λόγο αυτό, ας μου επιτραπεί να παρουσιάσω κάποιες σκέψεις που προκύπτουν από την απλή λογική.
Τι σημαίνει, στα αλήθεια, βιομηχανικό κτίριο; Είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί ένα σημερινό εργοστάσιο ως καλλιτεχνικό δημιούργημα;
Αντιλαμβάνομαι τον εντυπωσιασμό του επισκέπτη από το παλιό καζάνι ενός σαπωνοποιείου ή από τον καυστήρα που χρησιμοποιούσαν στο εργοστάσιο επεξεργασίας βελανιδιών του Σουρλάγκα στην Γέρα της Λέσβου. Και στις δύο περιπτώσεις ο εντυπωσιασμός της πλειοψηφίας των -κατά τεκμήριο- προστατών του περιβάλλοντος και της παράδοσης ισχύει με την προϋπόθεση ότι το καζάνι ή ο καυστήρας δεν λειτουργεί πλέον.
Επισκέφθηκα το 1989 το εργοστάσιο επεξεργασίας δερμάτων Σουρλάγκα στον κόλπο της Γέρας όχι μόνο στο εντυπωσιακό -στην αδράνεια και την ερήμωση- τμήμα επεξεργασίας βελανιδιών αλλά και στο τμήμα το οποίο λειτουργεί.
Ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα έντονα από την παρουσία των τεράστιων ξύλινων κάδων. Ιδιαίτερα όταν τους είδα να περιστρέφονται έχοντας το εσωτερικό τους γεμάτο δέρματα. Μύριζε λίγο, δεν λέω, αλλά ήμουν παρών σε μια παραγωγική διαδικασία.
Είμαι βέβαιος ότι οι εραστές του περιβάλλοντος διαβάζοντας τα όσα γράφω για το εργοστάσιο αυτό σίγουρα θα απορούν μια και θεωρείται ως πανεθνικό σύμβολο ρύπανσης. Ουδείς, επί του παρόντος, τολμά να περάσει στο εσωτερικό.
Αν, όμως, το ίδιο εργοστάσιο είχε χρεοκοπήσει και η λειτουργία του είχε διακοπεί (αν το είχε πάρει επιδοτούμενος συνεταιρισμός της συμφοράς τα απόβλητά του -όπως αυτά του πυρηνελαιουργείου στα Πάμφιλα- θα ήταν σοσιαλιστικά και πεντακάθαρα) όπως η πλειοψηφία των βυρσοδεψείων της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου είμαι βέβαιος ότι οι περιβαλλοντολόγοι θα συνέλεγαν υπογραφές για τον χαρακτηρισμό του ως "διατηρητέου".
Τι σημαίνει, άραγε, διατηρητέο κτίριο; Μήπως η επισκευή του σκελετού και της στέγης χωρίς ίχνος παραγωγικής δραστηριότητας στο εσωτερικό; Η μετατροπή του σε κτίριο "πολλαπλών χρήσεων" ή σε ξενώνα για τουρίστες;
Ταξιδεύοντας κάποτε νύχτα στην εθνική οδό Αθηνών-Κορίνθου χαρακτήρισα ως αισθητικό αριστούργημα τα διυλιστήρια Βαρδινογιάνννη. Οι συναταξιδιώτες μου σχεδόν με ξόρκισαν.
Χρησιμοποιούσαμε, βέβαια, αυτοκίνητο στο οποίο απαραίτητη είναι η βενζίνη, το προϊόν του διυλιστηρίου.
Είναι, άραγε, προσόν το να εθελοτυφλούμε απορρίπτοντας χωρίς συζήτηση το οποιοδήποτε σημερινό βιομηχανικό κτίριο εκστασιαζόμενοι, την ίδια στιγμή, ακόμη και εμπρός σε κακόγουστα κατασκευάσματα του παρελθόντος;
Δεν θα επεκταθώ, μια και πρέπει να περιοριστώ σε βιομηχανικά κτίρια, σε άλλες διαπιστώσεις οι οποίες αφορούν τα περίφημα "νεοκλασικά" σπίτια. Κάποια άλλα, όμως, από αυτά είναι απαράδεκτα. Δεν βλέπω για ποιο λόγο η έννοια του "διατηρητέου" να ισχύει για οποιοδήποτε κτίριο.
Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να αναφερθώ και στα υλικά κατασκευής. Παραφράζοντας τη γνωστή ρήση για τη γλώσσα θα ήταν δυνατόν να θεωρήσω ότι "δεν υπάρχουν χυδαία υλικά, μόνο χυδαίοι άνθρωποι".
Αλλα ήταν τα υλικά κατασκευής ενός ατμοκίνητου εργοστασίου του περασμένου αιώνα, άλλα σε ένα σημερινό εργοστάσιο που κινείται με ηλεκτρική ενέργεια.
Ζούσα για αρκετά χρόνια στη Λέσβο και ταξίδευα συχνά στα άλλα νησιά. Με συγκινούν, χωρίς αμφιβολία, όλες οι προσπάθειες εκείνων που αγωνίζονται για τη διατήρηση κάποιου ίχνους ουσιαστικής παράδοσης σε ό,τι αφορά το δομημένο περιβάλλον και ιδιαίτερα τα βιομηχανικά κτίρια.
Όμως, ας μου επιτραπεί να τονίσω, αρκετές προσπάθειες θα ήταν δυνατόν να τις χαρακτηρίσω ως ανεπιτυχείς. Μολονότι υπάρχει από περιοχή σε περιοχή μεγάλη ποικιλότητα θα ήταν δυνατόν να ενταχθούν σε δύο γενικότερες κατηγορίες.
Σύμφωνα με την πρώτη, τη μουσειακή, είμαστε έτοιμοι να μετατρέψουμε σε μουσείο κάθε παλιό βιομηχανικό κτίριο συλλέγοντας εργαλεία, μηχανές, φωτογραφίες τη μια δίπλα στην άλλη.
Σύμφωνα με τη δεύτερη, την αναπτυξιακή, έχουμε ως στόχο την επισκευή με παράλληλη μετατροπή σε κτίριο που θα καλύπτει πολιτιστικές ή τουριστικές ανάγκες.
Σε ό,τι αφορά την πρώτη θεωρώ ότι πάει πολύ να απαιτούμε συνεχώς από το ανώνυμο κράτος ενισχύσεις με μοναδικό στόχο την ίδρυση μουσείων.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη -κι εδώ θεωρούμε ως υποχρεωτικό αρωγό το κράτος -έχουμε φθάσει στα όρια της φαιδρότητας. Πόσα -επιτέλους- "πολιτιστικά" κέντρα της συμφοράς χρειαζόμαστε;
Δεν ανέφερα και μια τρίτη περίπτωση. Εκείνη της προσαρμογής προς τις υπάρχουσες δυνατότητες σε συνδυασμό με το σεβασμό τόσο του κτιρίου όσο και της λογικής και της σύγχρονης οικονομικής πραγματικότητας.
Ένα βιομηχανικό κτίριο προϋποθέτει μία συνεχή παραγωγική δραστηριότητα. Η επαναλειτουργία ενός σαπωνοποιείου στη Λέσβο δεν θα είναι βιώσιμη σε μια εποχή που κυριαρχούν τα απορρυπαντικά. Από την άλλη υπάρχει αγορά για σαπούνι καλής ποιότητας, ή για "μιας χρήσεως σαπουνάκια όπως αυτά που χρησιμοποιούν στα ξενοδοχεία, τα πλοία και τα αεροπλάνα.
Δυστυχώς, όμως, η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα μας δείχνει ότι η τρίτη περίπτωση είτε είναι ανύπαρκτη είτε αντιμετωπίζεται με απέχθεια. Πόσοι, άραγε, από όσους διατυπώνουν αιτήματα για διατήρηση εγκαταλελειμμένων εργοστασίων αποδέχονται έναν εκσυγχρονισμό ή μία επέκταση; Πόσοι, επίσης, από όσους εκστασιάζονται με τα παλαιά βιομηχανικά κτίρια έχουν επισκεφθεί σύγχρονα; Μήπως εκείνο που τους ενοχλεί είναι η παρουσία ανθρώπινης δραστηριότητας; Στο κάτω της γραφής γιατί να μη φροντίζουμε να έχουν υλικό και οι "Βιομηχανικοί Αρχαιολόγοι" του μέλλοντος που θα ασχοληθούν με τις σημερινές βιομηχανίες;

Στην Περιφέρεια!

Ακουγα τις προάλλες στο ραδιόφωνο μια ευγενέστατη κυρία να ομιλεί για τις ιατρικές αποστολές που η οργάνωσή της -το όνομα δεν έχει σημασία- θα έκανε στο Αιγαίο. Θα στέλνουν μας είπε γιατρό μια φορά το μήνα στο Καστελόριζο, την Τήλο και την Κω.
Έχει, άραγε, η καλή κυρία υπόψη της την κοινωνία της Κω; Με τους γιατρούς και τις εύκολες μετακινήσεις -τουλάχιστον δύο αεροπορικά δρομολόγια στην Αθήνα- στο κέντρο; Η απάντηση είναι φυσικά όχι με αποτέλεσμα ο αφελής ακροατής να θεωρεί ότι η Κως είναι περίπου ένα νησί σε πλήρη εγκατάλειψη και κατάρρευση. Ουδέν αναληθέστερον, φυσικά. Και καλoύς δεκάδες γιατρούς και ιατρικό σύλλογο έχει και θα την χαρακτήριζα περίπου ως νησί πρότυπο.
Ζώντας στη Λέσβο όπου έχει την έδρα του το Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου καθημερινά αντιμετώπιζα παρόμοιες καταστάσεις. Κάθε τόσο μας έρχεται και μια ομάδα "ειδικών" από το κέντρο που μας ρίχνουν με το ζόρι και μια ημερίδα, σεμινάριο και οτιδήποτε άλλο βάζει ο νους σας. Έρχονται το ένα πρωί βγάζουν ένα λόγο της πυρκαγιάς, τρώνε τα ψάρια τους και φεύγουν την επαύριον. Εκτός από τα έξοδα μας καθυστερούν κι από πάνω.
Ακόμη δεν έχω καταλάβει το λόγο που μας θεωρούν περίπου εγκαταλελειμμένους στη μέση του Αιγαίου.
Στην αρχή κάθε ακαδημαϊκής χρονιάς κάνουμε υποδοχή στους καινούργιους πρωτοετείς. Η εικόνα επαναλαμβάνεται κάθε Οκτώβριο με τον ίδιο τρόπο. Οι νέοι φοιτητές έχουν κάτι τεράστια χαμόγελα ενώ οι γονείς τους είναι κατσουφιασμένοι. Οι δεύτεροι θεωρούν ότι τα παιδιά τους μάλλον πήγαν εξορία.
Για μία σωστή τελετή υποδοχής των πρωτοετών είναι τελείως λογικό να θεωρούμε απαραίτητο το "από θεού άρξασθε". Πράγμα που σημαίνει ότι ξεκινούμε με αγιασμό και ομιλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μυτιλήνης. Τα μαθήματα στο Τμήμα Περιβάλλοντος γίνονται στο πρώην κτίριο του ΞΕΝΙΑ. Ένα εκπληκτικό από κάθε άποψη χώρο. Ανοίγει η καρδιά σου από τη θέα στη θάλασσα και οι νέοι φοιτητές το απολαμβάνουν με όλη τους την ψυχή. Όμως ο Μητροπολίτης κάθε χρονιά ξεκινά την ομιλία του με την έκφραση "εδώ που ήρθατε δεν είναι εξορία" εντείνοντας την στενοχώρια των γονέων και αυξάνοντας την απορία των νέων παιδιών. Κύρια για το πώς είναι δυνατόν μια περιοχή να θεωρείται πανάκριβος χώρος διακοπών το καλοκαίρι ενώ το χειμώνα χώρος εξορίας.
Πώς τα καταφέραμε και τα καταφέρνουμε να δημιουργούμε ένα τόσο άσχημο κλίμα απαισιοδοξίας και εγκατάλειψης ακόμη και όταν δεν υπάρχει για αυτό κανένας λόγος;

Το καρνάγιο της Παναγιούδας

Υπήρχε στην Παναγιούδα της Λέσβου, μερικά χιλιόμετρα από την πόλη της Μυτιλήνης ένα "λεμβουργείο" το οποίο κατασκεύαζε βάρκες και καΐκια με ευαισθησία και μεράκι που σπάνια κάποιος συναντά. Χρησιμοποιούσαν μόνο ξύλο πεύκου από τα δάση του νησιού.
Είχα την τύχη όχι μόνο να παρακολουθήσω το σχεδιασμό και το στήσιμο ενός τέτοιου σκαριού αλλά και να το κινηματογραφήσουμε για τις ανάγκες ενός ντοκιμαντέρ.
Μετά την παραγγελία ο καραβομαραγκός επιλέγει, μέσα στο δάσος που υλοτομείται, τα δένδρα που ταιριάζουν μια και το κάθε τμήμα του καϊκιού ή της βάρκας θα προέλθει από πεύκα των οποίων ο ίσιος ή γυρτός κορμός θα χρησιμοποιηθεί στο κατάλληλο σημείο.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι η υλοτόμηση ενός πευκοδάσους, όταν γίνει με γνώση το "ξανανιώνει". Το "καθάρισμα" με την απομάκρυνση των γέρικων κορμών και των ξερών κλαριών μειώνει την πιθανότητα πυρκαγιάς.
Συναντά, κάποιος, μια τέτοια προσεκτική ξύλευση σε αρκετά δάση της Λέσβου και θα πρέπει, σίγουρα, να ενισχυθεί με κάθε τρόπο η προσπάθεια των τοπικών δασαρχείων. Δυστυχώς, αυτό δεν ισχύει σε αρκετές άλλες περιοχές της χώρας μας όπου οι φωτιές επανέρχονται σχεδόν κάθε χρόνο.
Όμως, στο καρνάγιο της Παναγιούδας διατηρείται η πανάρχαια τέχνη της ναυπήγησης που έχει αναπτυχθεί στα νησιά του Αιγαίου και δεν υπάρχει ξένος τουρίστας που να επισκέπτεται τις ψαρόβαρκες δίπλα και δεν το επισκέπτεται.
Θα πρέπει, στο σημείο αυτό, να σημειωθεί ότι δεν αναφέρομαι σε κάτι γραφικό αλλά και σε μία οικονομικά κερδοφόρα επιχείρηση.
Ο ιδιοκτήτης με τον άξιο βοηθό, το γιο του, αποφάσισε να επεκτείνει "τον κύκλο των εργασιών του" και ζήτησε -στην άκρη της σειράς των καφενείων- την παραχώρηση κάποιου θαλάσσιου χώρου.
Τόσο το Λιμεναρχείο όσο και η Νομαρχία συμφώνησαν για μια τέτοια παραγωγική -επί της ουσίας- επένδυση.
Όμως, ο πρόεδρος της Κοινότητας θεώρησε ότι μόνο ο τουρισμός αξίζει σήμερα. Αρχισε, λοιπόν, αγώνα για να διώξει το καρνάγιο (το οποίο τον στενοχωρεί όταν το βλέπει από την καφετέρια ? "Καρολάιν"!).
Με επιχειρήματα που αρχίζουν από το ότι βελτίωσε τη διαμόρφωση του χώρου μέχρι το ότι το λεμβουργείο θα ρυπαίνει το περιβάλλον. Ας σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν σπίτια τριγύρω καθώς και το ότι φαίνεται δύσκολο το σφυρί του καραβομαραγκού να προκαλεί ηχορύπανση (όπως έγραψε) όταν οργιάζουν τα μηχανάκια χωρίς εξατμίσεις (η πληγή της Μυτιλήνης) τριγύρω.
Η πίεση ήταν αφόρητη και, δυστυχώς, ο νομάρχης ενέδωσε και ανακάλεσε την άδεια.
Πέρα από την όποια οικονομική καταστροφή του ιδιοκτήτη και το άδικο της απόφασης νομίζω ότι πάει πολύ στο όνομα του τουρισμού να καταστρέφουμε ένα ζωντανό μουσείο το οποίο περικλείει ανυπέρβλητη αισθητική.

Ο γιαλός είναι στραβός

Θα πρέπει να ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν κάποιος από τους εμπόρους σφουγγαριών της Καλύμνου στη Νέα Υόρκη ανησύχησε, βλέποντας στην αγορά να καταφθάνουν τα συνθετικά και πλαστικά σφουγγάρια.
Πάντοτε προοδευτικοί οι Καλύμνιοι, ανέθεσαν αμέσως σε "τεχνοκράτη" της εποχής την εκπόνηση μιας μελέτης για τη μελλοντική θέση των φυσικών θαλασσίων σφουγγαριών και τον ανταγωνισμό τους με τα συνθετικά.
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειώσω ότι σέβομαι όλους εκείνους που έχουν σωστή γνώση για κάποιο αντικείμενο και ως τέτοιους θεωρώ τους τεχνοκράτες. Αυτός είναι ο λόγος που στην προηγούμενη παράγραφο αναφέρομαι σε τεχνοκράτη, εντός εισαγωγικών, μια και επιθυμώ να χαρακτηρίσω με αυτό τον τρόπο όλους τους αερολογούντες, άχρηστους σοβαροφανείς κουμπούρες, που έχουν κατακυριεύσει τα πάντα στις ημέρες μας.
Έγραψε την έκθεσή του ο "τεχνοκράτης" στην οποία έλεγε ότι μάλλον θα υπάρξει ένα πρόβλημα, αλλά θα είναι μικρό. Τούτο επειδή υπάρχουν χρήσεις του φυσικού σφουγγαριού, που είναι αδύνατον να υποκατασταθούν από τα συνθετικά σφουγγάρια και σαν τυπικό παράδειγμα ανέφερε το πλύσιμο των αλόγων.
Δεν είχε διαπιστώσει ο αφελής ότι το αυτοκίνητο, άλλο προϊόν της εποχής, θα έδιωχνε τα κάρα!
Φαίνεται, ίσως, περίεργο, αλλά ακόμη και σήμερα ο σχεδιασμός στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο παρελθόν. Πώς, όμως, θα σχεδιάσεις το μέλλον, όταν αγνοείς τη σύγχρονη τεχνολογία και τις τάσεις της; Όταν ερμηνεύσεις τελείως λανθασμένα το παρελθόν;
Θα χρησιμοποιήσω δύο τυπικά παραδείγματα από τη Μυτιλήνη. Τη δεκαετία του 1950 έκλεισαν πολλά σαπωνοποιεία σε όλη την υδρόγειο επειδή ανακαλύφθηκαν τα απορρυπαντικά. Παρόλα αυτά, στη Λέσβο, τα απολιθώματα της μικροπολιτικής θεωρούν ότι εκεί τα σαπωνοποιεία έκλεισαν, επειδή ήταν αριστεροί! Κατάφεραν, μάλιστα, να "περάσουν" αυτή τη μυθολογία σε όλους τους κατοίκους!
Πώς, όμως, θα αναζητήσεις τα νέα τμήματα της αγοράς σαπουνιού που δημιουργήθηκαν (σαπούνι τουαλέτας υψηλής ποιότητας, σαπουνάκι μικρό μιας χρήσεως κ.λ.π.) όταν στηρίζεις όλη την αναπτυξιακή σου πολιτική σε μία βλακώδη σαπουνόφουσκα;
Παλαιότερα, ήταν πασίγνωστες οι παστές σαρδέλες της Μυτιλήνης και ιδιαίτερα της Καλλονής. Όμως, με την εισαγωγή των ψυγείων και τη διατήρηση των ιχθυηρών με μορφή όπως τα κατεψυγμένα για μακρά χρονικά διαστήματα, η διατήρησή τους με αλάτι πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Αυτό έγινε σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο και τα τουρσιά (άλλο παράδειγμα) έδωσαν τη θέση τους στα λαχανικά βαθείας καταψύξεως.
Δεν φταίει λοιπόν το κράτος για τη συρρίκνωση της βιοτεχνίας των αλιπάστων αλλά η νέα τεχνολογία! Στην οποία, πρέπει συνεχώς να προσαρμόζεται, όποιος θέλει να επιβιώσει και να κυριαρχήσει.
Ας μου συγχωρεθεί το ύφος αλλά πώς αλλιώς να αντιδράσεις στο κείμενο που κυκλοφόρησε η Διακομματική Επιτροπή της Βουλής για τα νησιά του Αιγαίου και αφορά στην ανάπτυξη; Το οποίο αρχίζει και τελειώνει διαμέσου αερολογίας, γκρίνιας, ευχολογίων και επιδοτήσεων χωρίς κόκκο σύγχρονης γνώσης για ένα κόσμο που καθημερινά αλλάζει; Τι να περιμένεις όμως, από μία επιτροπή που δέχεται ότι η Σαμοθράκη, η Αλόννησος και η Σκύρος δεν ανήκουν διοικητικά στο Αιγαίο;

Ναι στην προίκα!

Στην Κάρπαθο όλη την οικογενειακή περιουσία την έπαιρνε ο πρωτότοκος γιος. Στην Μυτιλήνη η πρωτότοκη κόρη. Ήταν κάτι τέτοιο άδικο;
Ο Γάλλος περιηγητής Guhs που επισκέφτηκε τη Λέσβο το 1748 γράφει ότι "όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία των γονέων δινόταν προίκα στις θυγατέρες και μάλιστα στην πρωτότοκη. Τα αρσενικά παιδιά δεν προβάλλουν καμιά αντίρρηση για αυτή την αποξένωση από την πατρική περιουσία, με όλο που έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν και να επικαλεστούν τον Τουρκικό νόμο που αναγνωρίζει την ισομερή κατανομή των περιουσιακών στοιχείων σε όλα τα παιδιά. Αλλά κάτι τέτοιο θα ατίμαζε τα αδέλφια της πρωτότοκης".
Λίγο αργότερα, ξανά στη Λέσβο, ο Αγγλος Hawkins ερμηνεύει τα παραπάνω και προτείνει ότι η ρίζα του εθίμου "πρέπει να αναζητηθεί και στους μικρούς και άγονους γεωργικούς κλήρους (επειδή) τα κτήματα αποτελούσαν μικρά καλλιεργήσιμα και με ασήμαντη απόδοση κομμάτια γης (και) αν η περιουσία μοιραζόταν σε μικρούς κλήρους θα κατακερματιζόταν και θα εκμηδενιζόταν ολότελα".
Αυτό έχει συμβεί σήμερα στα νησιά του Αιγαίου. Όσοι αναγνώστες έχουν εμπειρία από τα χωραφάκια σε αναβαθμίδες εύκολα αντιλαμβάνονται την ανάγκη της ύπαρξης ενός αυστηρού ιδιοκτησιακού καθεστώτος στο παρελθόν προκειμένου η οικογένεια να έχει τα απαραίτητα γεωργικά προϊόντα -τροφές τα οποία θα κάλυπταν τις ανάγκες επιβίωσής της. Υπάρχουν προικοσύμφωνα που κατονομάζουν χωραφάκια έκτασης μικρότερης των 30 τετραγωνικών μέτρων που έχουν μέσα μόνο μια συκιά και μια ελιά.
Ήρθε, μετά το 1950, η περίοδος της μαζικής "εξόδου" και της δραματικής δημογραφικής πτώσης. Η εγκατάλειψη των χωραφιών ήταν μεγάλη και ο φαύλος κύκλος της πυρκαγιάς και της υπερβόσκησης δημιούργησε και δημιουργεί, εκεί όπου υπήρχαν καλλιέργειες, κρανίου τόπους. Μπορούμε, άραγε, να τους επανακαλλιεργήσουμε, όπως μερικοί ερασιτέχνες στα Υπουργεία Ανάπτυξης, Γεωργίας και Αιγαίου υποστηρίζουν; Η απάντηση είναι φυσικά αρνητική μια και η εγκατάλειψη αυτή συνοδεύτηκε από κατάρρευση των παραδοσιακών συστημάτων μεταφοράς των περιουσιών είτε στους πρωτότοκους, είτε στις πρωτότοκες με την προίκα.
Τα χωραφάκια των μερικών δεκάδων τετραγωνικών μέτρων σήμερα ανήκουν σε αναρίθμητους ιδιοκτήτες-κληρονόμους και έχουν αφεθεί στο έλεος μιας ληστρικής κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης. Που θα βρεθούν (και θα συμφωνήσουν...) οι αναρίθμητοι κληρονόμοι-ιδιοκτήτες όλων αυτών των εκτάσεων που διαμένουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα εντός και εκτός Ελλάδας;

Ενοικιάσεις νησιών σε κτηνοτρόφους

Φαίνεται, ίσως, περίεργο αλλά το 1985 είχα κανονίσει σχεδόν τα πάντα για να νοικιάσω ένα μικρό νησί.
Μόνο με το ποσό των 30.000 δραχμών το χρόνο θα είχα ένα νησάκι δικό μου. Την εποχή που θεωρούσα ότι συμμετείχα ενεργά στην ανάπτυξη ενός νησιού στα Δωδεκάνησα διαπίστωσα ότι κάθε χρόνο ο Δήμος του νησιού έβγαζε στη δημοπρασία περισσότερα από είκοσι νησάκια. Μάλιστα, μερικά από αυτά ήταν μεγάλα με λιμάνι, κάστρα και οικισμούς οι οποίοι εγκαταλείφθηκαν μόλις πριν από σαράντα χρόνια.
Με εξευτελιστικό, στην κυριολεξία, ενοίκιο τα νησιά αυτά ενοικιάζονται σε κτηνοτρόφους οι οποίοι τα χρησιμοποιούν για τη βόσκηση γιδιών.
Η κύρια αιτία για την οποία αποφάσισα να νοικιάσω το νησί ήταν απλή. Εγώ θα το άφηνα χωρίς να βάλω πάνω του γίδια. Στη συνέχεια θα αρχίζαμε παρατηρήσεις και μετρήσεις με μια ομάδα συνεργατών μου πάνω στην πιθανολογούμενη αποκατάσταση της φυσικής βλάστησης "δι' ιδίων δυνάμεων". Φυσικά, θα κάναμε, παράλληλα, μετρήσεις στο διπλανό νησάκι πάνω στο οποίο θα χαλούσε ο κόσμος στις "καψάλες" (έτσι λένε στα Δωδεκάνησα τις φωτιές που βάζουν οι κτηνοτρόφοι) και το ξύρισμα της βλάστησης από τα γίδια. Θα καταφέρναμε, μετά από μερικά χρόνια, να μετατρέψουμε τη γυμνή βραχονησίδα σε ντυμένη θαμνονησίδα ή ακόμη και σε δασονησίδα.
Ήταν, κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερα χρήσιμο να αποδείξουμε στην πράξη και πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι η χωρίς έλεγχο κτηνοτροφία στα νησιά μας οδηγούσε και οδηγεί σε ανυπολόγιστες καταστροφές χωρίς να προσφέρει τίποτε σε αντάλλαγμα.
Σχεδόν όλα τα νησάκια μας για τα οποία κατά καιρούς χύνονται ποταμοί δακρύων, απ΄ όλες τις πλευρές, είναι σήμερα νοικιασμένα. Τα εκμεταλλεύονται υποτιθέμενοι κτηνοτρόφοι οι οποίοι για το μόνο που ενδιαφέρονται είναι η προώθηση των πλαστών δηλώσεων για τον αριθμό των εκτρεφομένων γιδιών και οι κοινοτικές επιδοτήσεις.
Ας επανέλθουμε, όμως, στη δική μου περίπτωση. Διαδόθηκε, λοιπόν, στο μικρό νησιωτικό οικισμό η πρόθεσή μου να λάβω μέρος στην "δημοκρατική" δημοπρασία. Φυσικά, οι φήμες που συνόδευσαν την σκέψη μου ήταν πέρα από κάθε περιγραφή. Ένας από τους κτηνοτρόφους που νοίκιαζαν το νησί με πλησίασε ένα βράδυ με περίεργες διαθέσεις:
- Να σου πω κάτι, καθηγητή;
- Έλα
- Το νοικιάσεις δεν το νοικιάσεις εμείς τα γίδια θα τα βάλουμε!
Το σκέφθηκαν από δω, το σκέφθηκα από εκεί κατέληξα σε αδιέξοδο. Έτσι, δεν νοίκιασα το νησί!

Για την αστοιβή

Η αστοιβή είναι ένας ολιγαρκέστατος χαμηλός θάμνος που κυριαρχεί σε πολλές περιοχές της χώρας. Σε νησιά όπως η Λήμνος και η Λέσβος σε απειρία περιπτώσεων αποτελεί την κυρίαρχη μορφή βλάστησης, την οποία οι βοτανικοί αποκαλούν ποτεριώνα. Το όνομα αυτό προέρχεται από τη λατινική ονομασία της αστοιβής, που είναι Poterium spinosum.
Η προσαρμογή της αστοιβής στο ιδιότυπο μεσογειακό κλίμα, στηρίζεται στον λεγόμενο "εποχιακό διμορφισμό". Τέλος της άνοιξης η αντιμετώπιση της έλλειψης του νερού που έρχεται γίνεται με το ρίξιμο όλων των φύλλων της βροχερής περιόδου και την εμφάνιση των μικρών, λιγότερων σε αριθμό, καλοκαιρινών. Αυτά έχουν κατασκευή τέτοια που προστατεύει το φυτό από την αφυδάτωση.
Επειδή η αστοιβή έχει αγκάθια και κατασκευή που εμποδίζει τη βόσκηση, θεωρήθηκε από πολλούς τσομπαναραίους δασολόγους ως ζιζάνιο. 'Έτσι προσπαθούν με κάθε τρόπο να την περιορίσουν. Έφθασαν μάλιστα στο ανεπανάληπτο σημείο να ζητήσουν ψεκασμούς με ισχυρό ζιζανιοκτόνο για να την περιορίσουν. Όσο όμως και αν φαίνεται περίεργο, η αστοιβή πολλαπλασιάζεται και επεκτείνει την κυριαρχία της ακριβώς επειδή την καταπολεμούν.
Έχοντας προσαρμογές για την αντιμετώπιση και της πυρκαγιάς με παραβλαστήματα από τη ζωντανή ρίζα, όχι μόνον αντέχει αλλά ξεπερνά εύκολα το σοκ της φωτιάς με το οποίο προσπαθούν οι κάτοικοι των νησιών μας να την περιορίσουν. Πράγμα που δεν ισχύει με τα άλλα επιθυμητά -για αυτούς και τα γιδοπρόβατα- φυτά.

Η Αντίμηλος μαντρί;

Τα αγριοκάτσικα της Αντιμήλου είχαν ζήσει εκεί για αιώνες σε ισορροπία με το περιβάλλον του νησιού.
Το φθινόπωρο με τις βροχές, τα ετήσια φυτά της Αντιμήλου φυτρώνουν και αρχίζουν να μεγαλώνουν. Τα πολυετή επίσης κάνουν αυτή την εποχή νέα βλαστάρια και φύλλα.
Από το Νοέμβριο μέχρι και το Μάιο, την υγρή περίοδο του μεσογειακού κλίματος, η φύση ξαναζωντανεύει κι έτσι υπάρχει αρκετή "βοσκήσιμη ύλη" για τα αγριοκάτσικα.
Το νησί αυτό μπορεί να "στηρίξει" με τροφή ένα συγκεκριμένο αριθμό αγριοκάτσικων. Ο υπερπληθυσμός τους μπορεί να σημάνει και υπερβόσκηση του περιβάλλοντος με εξάντληση των διαθέσιμων στα αγριοκάτσικα πηγών τροφής. Οπότε θα μειωθεί -κατά ανάγκη!- και ο δικός τους πληθυσμός.
Βεβαίως, στη φύση υπάρχει νομοτέλεια και συνεχής έλεγχος. 'Έτσι, ο αριθμός των αγριοκάτσικων δεν μπορεί να ξεπεράσει το "άνω όριο" επειδή παρεμβάλλεται το μακρύ, θερμό και άνυδρο καλοκαίρι. Κατά το οποίο ελαχιστοποιούνται οι διαθέσιμοι πόροι για τροφή. 'Έτσι, κάθε καλοκαίρι, τα ασθενικά αγριοκάτσικα νεκρώνονται (το χειμώνα, γεννιούνται άλλα) κι ο πληθυσμός διατηρείται σε άριστη σχέση με ότι το περιβάλλον προσφέρει.
Αν υπάρξουν δύο "υγρές" χρονιές, η μία πίσω από την άλλη, τα φυτά μεγαλώνουν περισσότερο και ο πληθυσμός των αγριοκάτσικων αυξάνεται. Αν υπάρξουν συνεχόμενες δύο "ξηρές" χρονιές, η βοσκήσιμη ύλη μειώνεται οπότε περισσότερα αγριοκάτσικα νεκρώνονται.
Τα παραπάνω φαίνονται απλά και στηρίζονται στην απλή-κοινή λογική. Όμως, αδύνατον να το κατανοήσουν τόσο κάποιοι κάτοικοι της Μήλου όσο και τα υπουργεία Γεωργίας και Αμύνης!
Μετέφεραν, λοιπόν τα καλοκαίρια νερό στην Αντίμηλο "για να σωθούν οι αίγαγροι".
Από τη στιγμή που υπάρχει νερό, επιβιώνουν περισσότερα αγριοκάτσικα οπότε υπερβόσκουν το περιβάλλον και τα φυτά λιγοστεύουν. Στη συνέχεια, αυξάνεται η διάβρωση και αρχίζουν φαινόμενα ερημοποίησης. Όταν διαπιστώσουν τα παραπάνω οι επίδοξοι σωτήρες του περιβάλλοντος, με νέες κινητοποιήσεις μεταφέρουν στο νησί κτηνοτροφές. 'Έτσι, το ωραιότατο φυσικό περιβάλλον (το οποίο περιέκλειε αναρίθμητα είδη ζώων και φυτών) που είχε δημιουργήσει η φύση, θα μετατραπεί σε έναν ξερότοπο-μαντρί. Όπου η διατήρηση των αγριοκάτσικων, των οποίων οι αριθμοί συνεχώς μεγαλώνουν, στηρίζεται αφ' ενός στο πλήρες "ξύρισμα" κάθε μορφής φυσικής βλάστησης και αφ' ετέρου στη μεταφορά κτηνοτροφών.
Διαβάζω -και μου σηκώνεται η τρίχα!- ότι: "στην επιχείρηση σωτηρίας πήραν μέρος κάτοικοι της Μήλου και μέλη του κυνηγετικού συλλόγου οι οποίοι εκτέλεσαν έργα στην υπαίθρια δεξαμενή όπου τοποθετήθηκε νερό".
Στις πολιτισμένες χώρες σε ανάλογες περιπτώσεις επιτρέπουν το ελεγχόμενο κυνήγι οπότε ο πληθυσμός του "απειλούμενου" είδους μειώνεται. Τόσο που να "ταιριάζει" με τις προσφερόμενες τροφές. Οπότε το περιβάλλον προστατεύεται ουσιαστικά και δεν μετατρέπουν -στο όνομα της προστασίας- ωραιότατα νησάκια, όπως η Αντίμηλος, σε στάνες!

Πόσα απίδια χωράει ο Χιώτικος φράχτης;

Σε ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού της Χίου είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο το αίσθημα της προστασίας του περιβάλλοντος. Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι σε μια τελείως ερημωμένη περιοχή στο βουνό Αίπος βλέπεις ξαφνικά δεκάδες "πυρήνες αναδάσωσης".
Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 πολλοί σύλλογοι, ενώσεις και άτομα αποφάσισαν να αναδασώσουν μια έκταση τελείως γυμνή από βλάστηση (ας με συγχωρήσουν οι "βοτανικοί" που γράφω γυμνή, γνωρίζω ότι υπάρχουν κι εκεί φυτά).
'Έτσι, κάθε χρόνο περιέφραζαν αρκετές περιοχές, έκτασης περίπου πέντε στρεμμάτων η καθεμία, και φύτευαν μέσα σε αυτές, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, τα γνωστά μας καχεκτικά πευκάκια.
Η παρουσία του φράχτη παρεμπόδισε κάπως τη βόσκηση των γιδοπροβάτων. Τα οποία κυκλοφορούν κακομοιριασμένα και τρισάθλια από την πείνα στην ευρύτερη περιοχή "ξυρίζοντας" στην κυριολεξία κάθε φυλλαράκι που θα φυτρώσει και θα γίνει πάνω από δύο εκατοστά.
Σε μια τέτοια κακοτράχαλη περιοχή, πραγματικό "κρανίου τόπο" σπάνια θα είχες την ανάγκη να ζητήσεις έναν παλαιότερο χάρτη προκειμένου να πληροφορηθείς τα τοπωνύμια τα οποία υπήρχαν. Αν όμως υπάρχει επαγγελματική διαστροφή, όλο και κάποια πληροφορία θα βρεις από τους χάρτες της γεωγραφικής υπηρεσίας στρατού. Τους οποίους, αφού τους μελετήσεις -όπως γράφει από πίσω η σφραγίδα- θα πρέπει να τους καταστρέψεις για να μην τιμωρηθείς με πολύχρονη φυλάκιση!
Εδώ βλέπουμε να υπάρχει τοπωνύμιο Απιδιά. Γνωστού όντως ότι απιδιά σημαίνει αχλαδιά, ας δούμε "πόσα απίδια χωράει ο σάκος" της περίφραξης και της απαγόρευσης της βόσκησης.
Τα πευκάκια που φύτεψαν οι εραστές του περιβάλλοντος μέσα στους πυρήνες αναδάσωσης έχουν, φυσικά, τα χάλια τους. Όμως την ίδια στιγμή οι γκορτσιές ή αγριοαχλαδιές "πήραν τα πάνω τους". Αλλα φυτά, όπως το πουρνάρι, ο σχοίνος, το φυλλίκι, επίσης μεγαλώνουν με ταχύτατους ρυθμούς.
Αν μετρήσει κάποιος τα είδη των ποωδών φυτών στην περιοχή που βόσκεται (έξω από τους φράχτες), θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν μόλις 22 είδη. Τα οποία είναι καχεκτικά και έτοιμα να εξαφανιστούν, στο ύψος των μερικών εκατοστών τα περισσότερα.
Δέκα χρόνια όμως μετά τον δραστικό περιορισμό της βόσκησης μέσα στους πυρήνες αναδάσωσης, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν περισσότερα από 35 είδη φυτών. Αν κάποιος μετρήσει τους συνολικούς αριθμούς των ατόμων καθενός είδους (τόσα ραδίκια, τόσοι ζοχοί, τόσα χαμομήλια..), σε κάθε τετραγωνικό μέτρο εδάφους καταγράφει μόλις 60 ψωραλέα άτομα στην περιοχή που βόσκεται και πάνω από 200 στην περιφραγμένη. Αν μετατρέψουμε αυτούς τους αριθμούς των ατόμων σε βάρος, διαπιστώνουμε ότι από 180 γραμμάρια ποώδη φυτά φθάνουμε στα 700 γραμμάρια στο τετραγωνικό μέτρο.
Ας αφήσουμε τα ποώδη και ας πιάσουμε τα ξυλώδη. Αυτά που γίνονται θάμνοι και δένδρα: Το πουρνάρι, σε μέσους όρους έξω από τους πυρήνες αναδάσωσης μόλις που φθάνει (εδώ και εκεί) τα 34 εκατοστά ύψος. Μέσα στους πυρήνες ψήλωσε και έφτασε τα 70 εκατοστά. Ο όγκος του, από 21 λίτρα, έφτασε τα 304!
Οι γκορτσιές-αγριοαχλαδιές γέμισαν τους πυρήνες. Το ύψος τους στην περιοχή που βόσκεται μόλις που φθάνει τα 15 εκατοστά. Μέσα στους πυρήνες ξεπέρασαν το ενάμιση μέτρο. Από έναν μέσο "όγκο" 14 λίτρα στο κάθε φυτό, μέσα στους πυρήνες ξεπέρασαν τα 1.000 λίτρα. Δηλαδή, η μία γκορτσιά (με ωραιότατα λουλούδια την άνοιξη!) ξεπέρασε σε όγκο το ένα κυβικό μέτρο.
Το ηθικό δίδαγμα που βγαίνει από τα παραπάνω είναι απλό: δεν χρειάζεται να κάνουμε αναδάσωση! Ακόμη και σε περιοχές όπου κάποιος νομίζει ότι υπάρχουν μόνο πέτρες, η φύση διατηρεί δυνάμεις για επαναφορά. Αρκεί να προστατεύσουμε την περιοχή από τη βόσκηση.

"Χιώτικες" οι Ολλανδικές τουλίπες!

Ελάχιστοι Έλληνες γνωρίζουν ότι η Ολλανδία δεν έχει "άγριες" τουλίπες στο περιβάλλον της. Οι πασίγνωστες Ολλανδικές τουλίπες έχουν ως κύρια προέλευσή τους τη Μικρά Ασία και νησιά του Ανατολικού Αιγαίου όπως η Χίος. Κάθε Μάρτιο η Κεντρική Χίος γίνεται ξαφνικά κατακόκκινη από τη "θάλασσα" των εξαίσιων τουλιπών που ανθίζουν. Ιδιαίτερα μέσα σε γεωργικές καλλιέργειες όπως στους ελαιώνες.
Φαίνεται πραγματικά περίεργο ότι ενώ υπήρξαν στο παρελθόν αναρίθμητοι περιηγητές στην Χίο ουδείς αναφέρει το εξαιρετικό φαινόμενο της παρουσίας των τουλιπών. Είναι πιθανό, βέβαια, η άλλη, παγκόσμια αυτή τη φορά, ιδιομορφία αυτού του νησιού, με την παρουσία του μαστιχοφόρου σχίνου, να προσέλκυσε το συνολικό ενδιαφέρον. Όπως όμως αναφέρει ο μελετητής της Χιακής χλωρίδας Π. Σαλιάρης οι Ολλανδοί πρόξενοι στη Χίο του 16ου και του 17ου αιώνα συνεχώς έστελναν στη χώρα τους βολβούς τουλιπών για αξιοποίηση.
Η τουλίπα πήρε το όνομά της από το κάλυμμα του κεφαλιού τουλπάνι, που στα τούρκικα γραφόταν "toliban". Με αλλαγμένο κάπως στα λατινικά έγινε "tulip". Όμως στην Τουρκία, όπως και στη Χίο, οι τουλίπες εξακολουθούν να ονομάζονται "λαλάδες".
Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου εκπόνησε στην Χίο ένα ειδικό πρόγραμμα προστασίας της τουλίπας σε συνδυασμό με την πιθανή οικονομική αξιοποίησή της. Στη φύση λοιπόν οι "άγριες" τουλίπες έχουν σύντομο χρόνο άνθισης. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ανθίζουν την άνοιξη -όταν η ελληνική φύση είναι ολάνθιστη- δεν τις κάνει οικονομικά αξιοποιήσιμες. Θα μπορούσαμε, όμως, να τις κάνουμε -με ειδική καλλιέργεια και χειρισμούς- να ανθίζουν σε γλάστρες νωρίτερα όταν τα λουλούδια είναι ακριβά; Ειδικά σε γιορτές όπως αυτή του Αγίου Βαλεντίνου στις 14 Φεβρουαρίου;

Όταν σου λέω μανταρίνι..

Ήμουν υποχρεωμένος να λάβω μέρος στη συνάντηση των Δελφών για την Εθνική Στρατηγική για το Περιβάλλον. Η όλη ατμόσφαιρα, στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Δελφών, ήταν ιδιαίτερα πολιτισμένη με εισηγήσεις όχι απλώς ενδιαφέρουσες, αλλά ουσιαστικές. Είχα γυρίσει αργά την Παρασκευή από Βρυξέλλες και έτσι ήμουν αναγκασμένος να ξεκινήσω νωρίς το πρωί. Ευτυχώς, όχι μόνο οι εισηγήσεις αλλά και οι παρεμβάσεις και οι ερωτήσεις δημιουργούσαν μια νηφάλια ατμόσφαιρα ποιότητας και επάρκειας. Το μεσημέρι η φιλοξενία, άψογη. Στο τέλος του γεύματος ήρθε και ο ευγενέστατος σερβιτόρος με ένα καλαθάκι:
- Τι είναι αυτά;
- Μανταρίνια.
- Τόσο μεγάλα;
- Είναι γιάφας, από το Ισραήλ!
- Φέρε δύο!
Είχαν μέγεθος πορτοκαλιού. Το ένα το έφαγα, νόστιμο ήταν.
Ήταν φυσικό, στην ομιλία μου -εννιά το βράδυ- να αναφερθώ στο γεγονός ότι στους Δελφούς, μιλώντας για Εθνική Στρατηγική για το Περιβάλλον τρώγαμε τεράστια μανταρίνια από το Ισραήλ. Το έδειξα υπερήφανος και το "εύρημα" ήταν μάλλον επιτυχημένο γιατί ελάχιστοι το είχαν προσέξει.
Την άλλη μέρα, Κυριακή, έπρεπε να πάω στη Χίο όπου ήδη είχε αρχίσει από την Παρασκευή το Αναπτυξιακό Συνέδριο της Νομαρχίας. Οι Χιώτες πάνε δυο-δυο, εγώ είχα τα συνέδρια δυο-δυο!
Όταν έφτασα στο σπίτι νέο πρόβλημα: Έπεσε το αγαλματάκι από τον σεισμό και έσπασε!
Ήταν ένα συμπαθητικό ενθύμιο από το Περού, όπου, προ εικοσαετίας, παρίστανα τον ωκεανογράφο. Αρχισα να μαζεύω τα κομμάτια και προσπάθησα να τα ξανακολλήσω.
Η ώρα έφθασε τέσσερις και είχα ξεχάσει ότι έπρεπε να ετοιμάσω την αυριανή ομιλία στη Χίο. Κοιμήθηκα και ξύπνησα στις επτά και γραμμή για το αεροδρόμιο. Ευτυχώς, η πτήση ήταν κανονική και ως σύγχρονος επιστήμονας που σέβεται τον εαυτό του άρχισα να ετοιμάζω την εισήγησή μου στο αεροπλάνο. Έφθασα και πήγα, ψόφιος στη νύστα, στο ξενοδοχείο. Παρήγγειλα μερικούς καφέδες και συνέχισα την ετοιμασία. Στις ένδεκα το τηλέφωνο κουδούνισε:
- Έλα γρήγορα, μιλάς!
- Έφθασα.
Στο πανέμορφο "Ομήρειο" ήταν η αίθουσα των συνεδριάσεων.
- Μιλάς στις δωδεκάμισι.
- Έτοιμος!
Μου έδωσαν και τον καλοτυπωμένο τόμο των εισηγήσεων όσων ήταν
περισσότερο τυπικοί από μένα και τις είχαν δώσει έγκαιρα και άρχισα να τον ξεφυλλίζω προκειμένου να μπω στο κλίμα:
- Τι ώρα μιλώ;
- Έχουμε μια μικρή καθυστέρηση.
- Περιμένω!
Σε μια από τις εισηγήσεις υπήρχαν στοιχεία για την καλλιέργεια των εσπεριδοειδών στη Χίο, στην οποία απασχολούνται 850 οικογένειες. Οι εκτάσεις, αρδευόμενες, καταλαμβάνουν έκταση 8.500 στρεμμάτων και παράγονται -κατά μέσο όρο- τον χρόνο 4.500 τόνοι πορτοκαλιών, 4.000 τόνοι μανταρινιών και 1.500 τόνοι λεμονιών και η καλλιέργεια ήταν, στο παρελθόν, ιδιαίτερα προσοδοφόρα. Όμως, σήμερα, το "γεγονός ότι πρόκειται για είδη και ποικιλίες που προσφέρονται στην αγορά τους μήνες Δεκέμβριο-Φεβρουάριο που είναι στην αγορά όλη σχεδόν η ποσότητα των εσπεριδοειδών και η τάση και προτίμηση των καταναλωτών να αγοράζουν άσπερμες ποικιλίες που προσφέρονται στην αγορά από Οκτώβριο μέχρι Μάιο μας δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στη διάθεση της παραγωγής" γράφει παραστατικά στην εισήγησή του, διευθυντής της Υπηρεσίας Γεωργίας Χίου.
Στο μεταξύ, άλλαξε και η ώρα της εισήγησής μου, η οποία πήγε το απόγευμα.
Γύρισα στο ξενοδοχείο και άδειασα την τσάντα μου. Εκεί βρήκα το μανταρινοπορτόκαλο των Δελφών!
Όταν ο καταναλωτής προτιμά τα νέα προϊόντα που του επιτρέπουν να κάνει λιγότερες κινήσεις, που ξεφλουδίζουν ευκολότερα, είναι μεγαλύτερα, είναι "εκτός εποχής", δεν έχουν κουκούτσια τα αγοράζει ακόμη και όταν -όπως τα μανταρίνια χωρίς κουκούτσια, οι "κλημεντίνες"- είναι ακριβότερα. Οι διαμαρτυρίες για μειωμένες επιδοτήσεις, αυξημένο κόστος παραγωγής, φθηνότερα λιπάσματα, αδιάθετη παραγωγή, καταλήψεις γεφυριών, είσοδος τρακτέρ στις πόλεις, επικλήσεις του αρώματος ανήκουν στο παρελθόν. Καλό θα είναι να αντικατασταθούν με προσπάθεια για είδη όπως τα νέου τύπου μανταρίνια. Όπως το πορτοκαλομαντάρινο του Ισραήλ.
Εκεί πρέπει να στραφεί κάθε ουσιαστική αναπτυξιακή προσπάθεια αν θέλουμε να μην εγκαταλειφθούν οι καλλιέργειες των εσπεριδοειδών της Χίου που ήδη έχουν πρόβλημα.
Θα ρωτήσει, βέβαια, κάποιος εραστής της φυσικής διατροφής που κάνει κεφτέδες με σόγια (η οποία είναι βελτιωμένο τέρας σε σχέση με τη σόγια της δεκαετίας του 1950):
- Γιατί μιλάς για τα εσπεριδοειδή και όχι για τα δάση της Χίου:
Η απάντηση δεν είναι δύσκολη:
- Έχει περπατήσει κανένας σε λεμονοδάσος και πευκοδάσος και θεώρησε καλύτερο το δεύτερο;

Φάβα Σαντορίνης και νησιώτικα όσπρια

Εδώ και αρκετά χρόνια είχα την απορία: Γιατί το κυρίαρχο όσπριο που καλλιεργούσαν στη Σαντορίνη ήταν η φάβα, ενώ στη Χίο τα κουκιά και στη Λέσβο τα ρεβύθια; Μέχρι να λύσω την απορία με μια λογικοφανή απάντηση η καλλιέργεια της φάβας στη Σαντορίνη ελαχιστοποιήθηκε, στη Χίο η παραγωγή κουκιών από 2000 τόνους που ήταν το 1961 έπεσε στους 150 τόνους και στη Σάμο από 1300 στρέμματα που καταλάμβαναν οι καλλιέργειες της φακής πριν πενήντα χρόνια έπεσε στα 400 ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970.
Ήταν, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1950 τα όσπρια κύρια πηγή πρωτεϊνών ή λευκωμάτων στο διαιτολόγιό μας. Ίσως υπάρχουν μερικοί που θυμούνται ότι το "εθνικό φαγητό" των Ελλήνων ήταν τα φασόλια.
Αλλαξαν, βέβαια, πολλά από το 1950 μέχρι σήμερα και οι νεοέλληνες μπορεί να ξέχασαν τα φασόλια, τα ρεβύθια, τα κουκιά, τη φάβα, τη φακή. Ας ασχοληθούμε για την ώρα με την αρχική ερώτηση για τη φάβα της Σαντορίνης, τα κουκιά στη Χίο και τα ρεβύθια στη Λέσβο.
Δεν υπήρχε, μέχρι και πριν τριάντα χρόνια, η δυνατότητα να μαγειρέψει κάποιος όσπρια σε κουζίνα ηλεκτρική ή υγραερίου. Διέθεταν αρκετοί τις περίφημες γκαζιέρες πετρελαίου αλλά και αυτές ήταν υπόθεση που ήρθε στα νησιά μας μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Κύρια, επομένως, καύσιμη ύλη ήταν το ξύλο. Πού να βρεθούν, όμως, καυσόξυλα στη γυμνή από δάση Σαντορίνη, όπου η κύρια καύσιμη ύλη ήταν τα ξερά κλαδιά από τις καλλιέργειες της ντομάτας;
Αντίθετα, στη Χίο και τη Λέσβο -με την πλούσια δασική βλάστηση- υπήρχαν άφθονα καυσόξυλα.
Ήταν, επομένως, λογικό στη Σαντορίνη μετά την καλλιέργεια των μπιζελιών (από αυτά βγαίνει η φάβα) να συνεχίζουν την επεξεργασία του καρπού στους πέτρινους χειρόμυλους. Να τους τρίβουν και να φτάνουν μέχρι τη φάβα η οποία, μετά από αυτήν τη "μεταχείριση", "έβραζε" γρηγορότερα.
Πώς να καλλιεργήσουν κουκιά και ρεβύθια τα οποία απαιτούν πολύ χρόνο για "βράσιμο" κι επομένως και περισσότερα "καύσιμα";
Έχοντας, από την άλλη, περισσότερη καύσιμη ύλη στη Λέσβο (υπήρχαν και κλαριά από το κλάδεμα των ελαιόδενδρων) σε σχέση με τη Χίο ήταν λογικό στην πρώτη να έχουν ρεβύθια ενώ στη δεύτερη κουκιά. Σε όσους αμφιβάλλουν συνιστώ να μετρήσουν το χρόνο ετοιμασίας φαγητού με ρεβύθια ή με κουκιά.
Όλα όσα αναφέρονται στο σημείο αυτό σχετική μόνο αξία έχουν μια και οι συνταρακτικές τεχνολογικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές που έχουν συμβεί μας οδήγησαν σε μια νέου τύπου μορφή διατροφής.
'Έτσι, ενώ το 1955 οι πρωτεΐνες (ή λευκώματα) που παίρναμε από ζωικές τροφές (κρέας, γάλα, τυρί) ήταν μόλις το 25% των συνολικών πρωτεϊνών -το υπόλοιπο 75% είχε φυτική προέλευση- αυτή η ποσότητα σήμερα υπερδιπλασιάστηκε. Παράλληλα από 500 περίπου γραμμάρια ψωμιού που τρώγαμε καθημερινά το 1955 σήμερα καταναλώνουμε μόνο 150 γραμμάρια την ημέρα.

Εις υγείαν
Οι καλλιέργειες των σιτηρών, των οσπρίων, της ελιάς και του αμπελιού ήταν οι βασικές γεωργικές ασχολίες των νησιωτών μας στο Αιγαίο.
Είχε αναπτυχθεί, μέσα από αιώνες εμπειρίας, ένας αριστοποιημένος -θα λέγαμε- συνδυασμός αυτών των καλλιεργειών μεταξύ τους μέσα στο χρόνο.
Δεν υπήρχε ουσιαστική επικάλυψη της μιας από την άλλη κι έτσι ο αγρότης των νησιών είχε να κάνει -κάθε εποχή- με συγκεκριμένες δραστηριότητες.
Το θέρισμα, για παράδειγμα, του σιταριού και του κριθαριού ήταν μια διαδικασία που άρχιζε τον Ιούνιο. Ακολουθούσε το αλώνισμα κι έτσι υπήρχε συνεχής απασχόληση μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο.
Το μάζεμα της ελιάς άρχιζε τον Οκτώβριο και κρατούσε μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου, οπότε άρχιζαν στο Αιγαίο οι βροχές. Με αυτές "μαλάκωνε" το έδαφος κι έτσι είχε τη δυνατότητα ο γεωργός να οργώσει και να σπείρει.
Υπήρχε, επομένως, ένα "κενό" από τον Δεκαπενταύγουστο μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου. Η περίοδος αυτή ήταν αφιερωμένη στον τρύγο και την παρασκευή κρασιού.
Πέρασαν, όμως, τα χρόνια και η γεωργία των νησιών μας συρρικνώθηκε σημαντικά. Ελάχιστες είναι πλέον οι καλλιεργούμενες εκτάσεις με σιτηρά και όσπρια και -χρόνο με το χρόνο- όλο και περισσότεροι ελαιώνες εγκαταλείπονται.
Όμως, σε γενικές γραμμές, τα αμπέλια και η παραγωγή κρασιού δεν πάει και τόσο άσχημα. Στη Λήμνο, για παράδειγμα, υπήρχε το 1961 μια παραγωγή κρασιού που έφθανε τους 2.300 τόνους. Σήμερα, έχει αυξηθεί κατά 20%. Στη Σάμο η παραγωγή, την ίδια εποχή, ήταν 8.000 τόνους και σήμερα φτάσαμε τους 1

Σημείωση 11ο Τεύχος




 
     Συσχετιζόμενοι Σύνδεσμοι
· Περισσότερα για Νησιά
· Νέα administrator


Πιο δημοφιλής είδηση για Νησιά:
Για τη φώκια μονάχους - μονάχους, της Ναυσικάς Καραγιαννίδη


     Article Rating
Average Score: 0
Αριθμός Ψήφων: 0

Please take a second and vote for this article:

Excellent
Very Good
Good
Regular
Bad


     Επιλογές

 Εκτύπωση αρχικής σελίδας Εκτύπωση αρχικής σελίδας


"Νησιά Αιγαίου: Γεωργία και περιβάλλον" | Κωδικός Εισόδου / Δημιουργία Λογαριασμού | 0 Παρατηρήσεις
Οι παρατηρήσεις είναι ιδιοκτησία του αποστολέα. Δεν ευθυνόμαστε για το περιεχόμενο τους.

Δεν επιτρέπεται η αποστολή σχολίων για τους Ανώνυμους Χρήστες. Παρακαλώ γραφτείτε πρώτα στην υπηρεσία.




PHP-Nuke Copyright © 2004 by Francisco Burzi. This is free software, and you may redistribute it under the GPL. PHP-Nuke comes with absolutely no warranty, for details, see the license.
Παραγωγή Σελίδας: 0.08 Δευτερόλεπτα